Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Create an account

Fields marked with an asterisk (*) are required.
Name *
Username *
Password *
Verify password *
Email *
Verify email *
Captcha *

«Και ακούσας ότι είναι Ιησούς ο Ναζωραίος ήρχισε να κράζη και να λέγη, Υιέ του Δαβίδ, Ιησού, ελέησον με.» Κατά Μάρκον ι΄ 48

Αυτό το μήνα θα γνωρίσουμε την μαρτυρία ακόμα ενός αδελφού μας από την εκκλησία της Θεσσαλονίκης, του αδελφού Ιωάννη Κοτανίδη.

Αδελφέ Γιάννη έχω ακούσει την μαρτυρία σου και πιστεύω παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον μιας και ήσουν κάποτε ένας άνθρωπος ιδιαίτερα θρησκευόμενος.

Ναι πράγματι. Ήμουνα πολύ θρησκευόμενος, πολύ φανατικός και πάντοτε έλεγα: «πας μη ορθόδοξος, αιρετικός».

Σε είχαν κατευθύνει από μικρό οι γονείς σου σε αυτή την κατεύθυνση;

Όχι, οι γονείς μου δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη επαφή με την Ορθόδοξη εκκλησία. Απλώς στην Τρίτη δημοτικού πήγα στο κατηχητικό σχολείο όπου ήταν εκεί ένας σεβάσμιος ιερέας, και έτσι ξεκίνησα. Να πούμε και ότι μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, στη πλατεία Δημοκρατίας συγκεκριμένα. Μπαίνοντας όμως στο γυμνάσιο σταμάτησα από το κατηχητικό και μέχρι τα 18 μου χρόνια ζούσα μια κοσμική, ας τη πούμε, ζωή. Ό,τι ζει ο κάθε έφηβος. Μετά πέρασα στη Σχολή Ευελπίδων και το πρώτο έτος έκανα με τους άλλους συμφοιτητές διάφορα. Το δεύτερο έτος όμως αισθάνθηκα έντονα την ανάγκη να εξομολογηθώ. Ήξερα τι θα πει εξομολόγηση γιατί την είχα γευτεί μικρός και πήγα στο εκκλησάκι της σχολής όπου συνάντησα εκεί έναν άλλο Εύελπι. Γνωριστήκαμε, του είπα τι θέλω και το Σάββατο πήγαμε μαζί σε μια μονή, στην Ιερά μονή Παρακλήτου που βρίσκεται κοντά στον Ωρωπό. Μου άρεσε πολύ εκεί το περιβάλλον, πήγαινα πάντα όταν είχα έξοδο και περνώντας ο καιρός άρχισα να έχω την επιθυμία να γίνω κι εγώ μοναχός. Διάβαζα αρκετά σχετικά βιβλία: «Βίους αγίων», την «Φιλοκαλία», το «Γεροντικό» και είχα μπει σε μια «πνευματική ζωή» κατά την Ορθοδοξία.
Την Καινή Διαθήκη, το Ευαγγέλιο, στο εί-χε συστήσει κάποιος για να το διαβάσεις;
Όχι, δεν διάβαζα το Ευαγγέλιο. Ότι άκουγα μόνο στη λειτουργία, στα αρχαία ελληνικά. Δεν το διάβαζα γιατί διάβαζα πολύ τα βιβλία που έγραψαν οι διάφοροι άγιοι και πατέρες. Είχα μαζέψει πολλά τέτοια βιβλία στη βιβλιοθήκη μου. Μας είχανε δώσει βέβαια από το κατηχητικό Καινή Διαθήκη αλλά δεν ήταν ποτέ το επίκεντρο η Καινή Διαθήκη. Σου έλεγαν: «διάβασε ΚΑΙ την Καινή Διαθήκη» αλλά περισσότερο σου σύστηναν άλλα βιβλία. Τελειώνοντας τη Σχολή Ευελπίδων έγινα αξιωματικός, ανθυπολοχαγός κι έφυγα από την Αθήνα. Προσευχόμουν τότε στη μητέρα του Κυρίου κι έλεγα: «Θέλω να με πας στη Θεσσαλονίκη και να γνωρίσω και να παντρευτώ μια γυναίκα για να μην πέφτω στην πορνεία.»

Αυτό ήθελα να σε ρωτήσω. Αυτή η “πνευματική ζωή” σε κρατούσε μακριά από την αμαρτία;

Μέχρις ενός σημείου. Δεν πήγαινα σε ντισκοτέκ, σε νυχτερινά κέντρα, σε ξενυχτάδικα, αλλά υπήρχαν πειρασμοί στους οποίους πολλές φορές υπέκυπτα. Έκανα λοιπόν τότε αυτή τη προσευχή που σου είπα και είχα βάλει και δύο μοναχούς που γνώριζα να προσεύχονται κι εκείνοι. Τον πατέρα Παΐσιο (τον γνωστό) στο Άγιο όρος και τον γέροντα Ιάκωβο, ηγούμενο ενός μοναστηριού στις Ροβιές Ευβοίας. Πράγματι ο Κύριος-γιατί ο Κύριος είναι που ενεργεί στη ζωή μας ασχέτως σε ποιόν εμείς προσευχόμαστε-με έφερε με μετάθεση στη Θεσσαλονίκη κι εκεί γνώρισα μέσω ενός άλλου ιερέα, του πάπα-Γιώργη, την γυναίκα μου. Η σύζυγος μου ήταν πολύ ευσεβής και το ίδιο και οι γονείς της. Εγώ κάθε βράδυ έκανα το απόδειπνο των μοναχών, το κομποσχοίνι, τις μετάνοιες και τα ίδια ακριβώς εφαρμόσαμε και με την γυναίκα μου όταν παντρευτήκαμε. Καθόμασταν απέναντι από το εικονοστάσιο όπου έκαιγε το καντήλι κι εγώ θυμιάτιζα. Μου είχαν δώσει και κάποια λείψανα από ένα μοναστήρι και αφού προσευχόμασταν, μετά προσκυνούσαμε τις εικόνες και τα λείψανα.


Όλα αυτά τα θρησκευτικά καθήκοντα σου προσφέρανε κάτι μέσα στη ψυχή σου ή τα έκανες καταναγκαστικά με την μορφή υποχρέωσης;

Μου προσφέρανε κάποια κατάνυξη κι ευσέβεια αλλά αυτό δεν συγκρίνεται βέβαια με τη χαρά, την αγάπη, την ειρήνη που απολαμβάνω τώρα που έχω γνωρίσει τον Κύριο. Καταναγκαστικά έκανα ίσως τις «μετάνοιες» που μου έβαζε να κάνω ο πνευματικός μου, ο πάπα-Γιώργης. Ο “γέροντας” όπως τον έλεγα, αν και δεν ήταν μοναχός. Η «μετάνοια» έχει ως εξής: Είσαι όρθιος, κάνεις τον σταυρό σου και λες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με...» Και μετά πέφτεις στα γόνατα, ακουμπάς το κεφάλι κάτω και συμπληρώνεις: «ελέησον με τον αμαρτωλό.» Από μέσα σου κάθε φορά λες αυτή την ευχή και μπορεί να κάνεις και 30 και 50 «μετάνοιες» κάθε φορά.Μετά γεννήθηκαν με τη χάρη του Θεού τα δύο μου πρώτα παιδιά (έχω τρείς γιούς). Το πρώτο μου παιδί γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μετά κατοικήσαμε στην Κοζάνη και κατόπιν πήγαμε στη Ξάνθη όπου ήμουν πλέον λοχαγός.Λίγο μετά που πήγα στο στρατόπεδο έρχεται ένας συνάδελφος και μου λέει: «κύριε λοχαγέ, επειδή ξέρουμε ότι είστε άνθρωπος της εκκλησίας, θέλουμε να σας ενημερώσουμε για κάποιο υπολοχαγό που υπηρετεί εδώ και ο οποίος πηγαίνει στην εκκλησία της Πεντηκοστής» Εγώ όπως σου είπα ήμουνα πολύ φανατικός και θεωρούσα απαράδεκτο έλληνας αξιωματικός να μην είναι ορθόδοξος. Τον έβαλα στο μάτι λοιπόν αυτόν τον υπολοχαγό και τον κυνηγούσα όσο μπορούσα. Μέχρι που μια μέρα του ζήτησα να καθίσουμε και να συζητήσουμε. Του είπα να πάρει μαζί του ότι βιβλία θέλει και κανονίσαμε μια συνάντηση. Πήρα εγώ το «Γεροντικό», πήρα και δύο άλλα βιβλία κι εκείνος ήρθε κρατώντας μόνο την Αγία Γραφή.

Ο καθένας με τα όπλα του.

Ο καθένας με τα όπλα του για να πολεμήσουμε. Μίλησα πρώτος εγώ σαν ανώτερος στο βαθμό και άρχισα να του λέω ότι: «πηγαίνω στο Άγιο όρος, πηγαίνω στον Παΐσιο, πηγαίνω στον Πορφύριο, οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύ άγιοι, επικοινωνούν με τον Θεό…» και τα λοιπά. Αφού τελείωσα μου λέει ο αδελφός: «Εσύ προσωπικά έχεις λάβει κάτι από αυτά που λες;» «Εγώ είμαι αμαρτωλός…» του λέω, «δεν μπορώ να λάβω κάτι από αυτά τα πράγματα.» Και μου λέει: «κι εγώ αμαρτωλός είμαι, αλλά ο Κύριος έχει κάνει χάρη στη ζωή μου. Με έχει αναγεννήσει, με έχει βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο, με έχει θεραπεύσει από ασθένειες…» Και μου διηγήθηκε κάποιες θαυμαστές εμπειρίες που είχε με τον Θεό. Από εκεί και πέρα τον άφησα, δεν τον ξαναενόχλησα. Ο άγιος σπόρος του Κυρίου σπάρθηκε στο χωράφι της καρδιάς μου και άρχισα πλέον να αναρωτιέμαι για πολλά πράγματα και να ρωτάω διάφορα τον ιερέα που πήγαινα: «Γιατί να προσκυνάμε τις εικόνες;» «γιατί να βαπτίζονται τα νήπια;» «γιατί να εξομολογούμαστε σε εσάς και όχι απευθείας στον Κύριο;» και άλλα διάφορα. Και μου απαντούσε: «λόγω της παράδοσης» «γιατί έτσι μας λένε οι πατέρες» και ούτω καθεξής.

Σε κάλυψαν οι απαντήσεις του;

Όχι, δεν με ικανοποιούσαν καθόλου γιατί δεν μου απαντούσε μέσα από το λόγο του Θεού. Τυχαίνει την ίδια εποχή («τυχαίνει» με εισαγωγικά, ο Κύριος τα κανονίζει όλα) να φύγω για τρείς μήνες σε ένα σχολείο του στρατού στην Λαμία. Εκεί ήμασταν όλοι λοχαγοί (συμμαθητές και γνωστοί από την σχολή) και μέναμε μέσα στο στρατόπεδο σε κάποια δωμάτια. Είχα λοιπόν μαζί μου ένα συμμαθητή ο οποίος κάθε βράδυ μου έλεγε: «έλα Γιάννη μαζί μας στο μπαράκι να πιούμε ένα ποτό.» «Δεν μπορώ», τον έλεγα, «θα πάω σε ένα γνωστό μου γέροντα σε ένα μοναστήρι.» Και πράγματι, μαζί με ένα φίλο μου εκεί στη Λαμία, πήγαινα. Έσπασε όμως που λένε “ο διάβολος το ποδάρι του” κι ένα βράδυ λέω: «θα σου κάνω το χατίρι απόψε και θα έρθω.» Δυστυχώς εκείνο το βράδυ έπεσα στην αμαρτία της σαρκός, την μοιχεία και αν και αγαπούσα την γυναίκα μου, άρχισα να κάνω πράγματα που «αισχρόν εστί και λέγειν» . Πέρασε ο χρόνος γύρισα στο σπίτι και η γυναίκα μου με είδε αλλαγμένο. Άρχισα να ψάχνω και στη Ξάνθη μετά να βρω την αμαρτία κι έφευγα τα βράδια και γυρνούσα σπίτι τα ξημερώματα. Και στη γυναίκα μου έλεγα ότι πηγαίνω για έφοδο στο στρατόπεδο. Πήγαινα στο γέροντα, εξομολογιόμουν και μου έλεγε: «θα κάνεις τριακόσια κομποσκοίνια στον Κύριο, εκατό στη μητέρα Του και μετά θα κάνεις και τριακόσιες μετάνοιες.» Έκανα τον κανόνα αυτό που μου έβαζε (το επιτίμιο όπως το λένε), πήγαινα μετά εξαντλημένος να ξαπλώσω δίπλα στη γυναίκα μου και ξαφνικά με έπιανε πάλι η επιθυμία κι έφευγα. Με είχε παγιδέψει ο διάβολος και δεν μπορούσα να ξεφύγω.


Εκεί ήρθες σε μια αμφισβήτηση των όσων πίστευες;

Βέβαια. Αμφισβήτησα τότε μέσα μου όλες αυτές τις πρακτικές αφού έβλεπα ότι δεν είχαν και κανένα αποτέλεσμα. Μου είχε δώσει θυμάμαι ο γέροντας να διαβάσω και ένα βιβλίο, την «Φυλακή των πέντε αισθήσεων» του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου. Ένα βιβλίο που έλεγε με ποιό τρόπο να προφυλάξεις τις αισθήσεις σου από την αμαρτία. Αλλά αδελφέ μου, εάν δεν έρθει ο Κύριος να σε αναγεννήσει, να σου δώσει το Πνεύμα Του το Άγιο, είσαι ένας κενός άνθρωπος. Εμείς τα γνωρίσαμε και ξέρουμε. Λίγους μήνες μετά έρχεται μετάθεση για να πάω στην Αθήνα και κοίταξε τότε τι έγινε. Όπως κατεβαίναμε στην Αθήνα, ψάχνοντας στο ραδιόφωνο άκουσα ξαφνικά ένα παιδάκι που έλεγε: «ο Ιησούς Χριστός σε αγαπά.» Ήταν μια παιδική εκπομπή που έκανε τότε ο αδελφός Παύλος Κοροβέσης. Η «Χαρούμενη Συνάντηση» στο ραδιοφωνικό σταθμό «Χριστιανισμός.» Από εκεί ξεκίνησα. Άκουγα τον ραδιοφωνικό σταθμό, διάβαζα την Καινή Διαθήκη κι έτσι άρχισε το έργο Του ο Κύριος μέσα στην καρδιά μου.

Κατάλαβες ότι ο σταθμός είναι από άλλη εκκλησία;

Το κατάλαβα, βέβαια. Αφού έλεγαν κάθε μέρα ότι: «συνδεόμαστε με την Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής για να ακούσουμε κήρυγμα ευαγγελίου». Αλλά ήμουνα σε τέτοια κατάσταση που δεν με ενδιέφερε πλέον καθόλου το: «πας μη ορθόδοξος, αιρετικός.» Ήμουνα μπορώ να σου πω -για δύο χρόνια περίπου- μέσα στη κόλαση. Γιατί όταν έχεις πέσει σε τέτοια αμαρτία είσαι πλέον στη κόλαση. Σιγά-σιγά άρχισε η γυναίκα μου να με βλέπει πάλι διαφορετικό. Προς το καλύτερο όμως τώρα. Την αγαπούσα πιο πολύ και στην Αθήνα δεν έφυγα ούτε ένα βράδυ από κοντά της. «Καλά, δεν έχεις εφόδους εδώ;» με ρώταγε. «Όχι..» της έλεγα, «..εδώ έχει άλλο σύστημα.» Αγαπούσα πολύ και τα παιδιά μου, τα φρόντιζα και τις Κυριακές πηγαίναμε όλοι μαζί στην Ορθόδοξη εκκλησία. Μια μέρα όμως άκουσε η γυναίκα μου τον ραδιοφωνικό σταθμό. Μου λέει: «Γιάννη έγινες αιρετικός; Για αυτό η φέτα στο ψυγείο λιγοστεύει;» Η αλήθεια είναι ότι έτρωγα λίγο τυρί αν και ήταν Σαρακοστή. Προσπάθησα να της εξηγήσω ποια είναι η πραγματική νηστεία και τι λέει μέσα στο λόγο του Θεού αλλά μάταια. Μου λέει: «έγινες αιρετικός και θα σε χωρίσω.» Δεν το πίστεψα βέβαια εγώ αυτό. Ήταν τότε Φεβρουάριος και το Πάσχα έπεφτε Απρίλιο.

Ποια χρονιά;

Το 1998. Μόλις ξεκινήσανε οι διακοπές του Πάσχα πήγε η γυναίκα μου με τα παιδιά στη Θεσσαλονίκη κι έμεινα μόνος μου στην Αθήνα. Την Μεγάλη Πέμπτη όπως κάθε Πέμπτη είχε ο αδελφός Λεωνίδας Φέγγος μια εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό σχετική με τον γάμο. Το: «Ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω.» Και πήρα τηλέφωνο γιατί είχα μια απορία. Η γυναίκα μου έλεγε: «θα σε χωρίσω γιατί η Αγία Γραφή λέει, αιρετικό άνθρωπο μετά από πρώτη και δευτέρα νουθεσία, παραιτού.» Και ήθελα μια απάντηση κατά πόσο ήταν σωστό αυτό. Ήταν τηλεφωνήτρια η αδελφή μας η Δήμητρα η Κωνσταντινίδου και αφού έγραψε την απορία μου για να την μεταφέρει στον ομιλητή με ρώτησε μήπως θα ήθελα να επισκεφτώ την εκκλησία. Και της λέω: «ναι, βεβαίως και ειδικά θα ήθελα να πάω στην εκκλησία που μιλάει ο αδελφός Γιώργος Κοροβέσης τον οποίο ακούω κάθε Σάββατο.» Πράγματι κανονίσαμε, και την άλλη μέρα πέρασε από το σπίτι μου ένα αντρόγυνο, ο αδελφός Γιώργος Κλουβάτος με τη σύζυγο του και με πήγανε στην εκκλησία. Γιατί δεν είχα αυτοκίνητο, το είχα αφήσει στη γυναίκα μου και τα παιδιά. Μπήκα στην εκκλησία της Κηφισιάς και μιλούσε ο αδελφός Γιώργος Κυριαννάκης. Δεν χρειάζεται να σου πω τι γινόταν μέσα στη καρδιά μου καθώς άκουγα το λόγο του Θεού. Ήμουν 37 χρονών και έκλαιγα σαν μωρό παιδί. Κι έλεγα από μέσα μου: «Γιάννη ντροπή, μεγάλος άνθρωπος και να κλαίς έτσι.»

Και αξιωματικός.

Και αξιωματικός και ήμουν μάλιστα και διοικητής σε μια μονάδα στον Άγιο Στέφανο. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν με ενδιέφερε τίποτε από αυτά τα πράγματα. Εκείνο το βράδυ πιστεύω ότι ολοκληρώθηκε η αναγέννηση μου. Μετά το κήρυγμα λέει ο αδελφός Κοροβέσης: «απόψε θα κάνουμε ολονύχτια προσευχή. Όποιος θέλει μπορεί να μείνει.» Και σκέφτηκα μέσα μου: «κάποτε στο Άγιο όρος καθόμουνα σε ένα στασίδι 16 ώρες σε ολονυχτία, δεν θα καθίσω τώρα;» (Καθόμουν σε ένα στασίδι από τις 6 το απόγευμα μέχρι την άλλη μέρα το πρωί στις δέκα με ένα κομποσκοίνι στο χέρι κι έλεγα συνέχεια: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε με τον αμαρτωλό.») Γονατίσαμε όλοι και άρχισε η προσευχή όμως εγώ δεν ήξερα πώς να προσευχηθώ. Το «Πάτερ ημών» έλεγα συνέχεια και το «Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε.» Εκείνη την ώρα πληρώθηκε με Πνεύμα Άγιο ο αδελφός που ήταν δίπλα μου και άρχισε να γλωσσολαλεί. Και λέω: «Κύριε, αυτό είναι το Πνεύμα σου το Άγιο που διαβάζω στο λόγο Σου.» Μετά ακούστηκε μια προφητεία: «Ούτω λέγει Κύριος…» Εκεί έβαλα το κεφάλι κάτω από την καρέκλα που ήμουνα γονατισμένος. Λέω: «Κύριε, αυτά είναι τα χαρίσματα Σου.» Ήμουνα συγκλονισμένος πραγματικά. Είχα βρει την αληθινή εκκλησία του Χριστού. Βαπτίστηκα στο νερό στις 4 Ιουνίου του 1998 και σηκώθηκε θυμάμαι μια προφητεία εκείνη την μέρα και μου είπε: «αφού έκανες το θέλημα Μου, εγώ θα σώσω και τον οίκο σου.»

Πήρες επαγγελία, υπόσχεση από τον Κύριο.

Πήρα επαγγελία ναι. Δυστυχώς όμως λίγο καιρό μετά, μόλις γύρισα στο σπίτι βρήκα ένα σημείωμα. Είχε πάρει η γυναίκα μου τα παιδιά και είχε φύγει για την Ξάνθη. Κι αυτό που μου έλεγε: «είσαι αιρετικός, θα σε χωρίσω» το είχε κάνει πραγματικότητα. Ήταν από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ, αλλά πήγα στην εκκλησία, προσευχήθηκα και ο Κύριος μου μίλησε και με παρηγόρησε. Βρήκα όμως χάρη μπροστά στους ανωτέρους μου και κάθε Σαββατοκύριακο έφευγα και πήγαινα στη Ξάνθη. Αυτό γινότανε κάθε εβδομάδα εκτός από δύο Σαββατοκύριακα που ο Κύριος με κράτησε στην Αθήνα. Το ένα από αυτά, 14 Αυγούστου, Παρασκευή βράδυ, βαπτίστηκα με Πνεύμα Άγιο. Με τόση δύναμη που δεν μπορούσα να μιλήσω ελληνικά από την ώρα που με βάπτισε ο Κύριος μέχρι την ώρα που πήγα να κοιμηθώ στο στρατόπεδο. Με αφήσανε θυμάμαι τα αδέλφια στη πύλη του στρατοπέδου και πήγα, όχι απλά να χαιρετήσω τον στρατιώτη που ήτανε σκοπός, αλλά να τον αγκαλιάσω. Τόση αγάπη και χαρά είχα μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Και ο σκοπός (μη καταλαβαίνοντας βέβαια ο άνθρωπος τι μου συμβαίνει) διέδωσε σε όλη τη μονάδα πως: «ο διοικητής μας γύρισε μεθυσμένος χθες βράδυ.» Ευχαριστώ τον Θεό για όλα τα δώρα Του. Το φθινόπωρο έπρεπε να κάνουμε τις αιτήσεις για μεταθέσεις. Μια μέρα λέω στο μεγάλο μου γιό: «γράψε σε ένα χαρτάκι Αθήνα και σε ένα άλλο Ξάνθη, τύλιξε τα και δώστα μου.» Η αλήθεια είναι ότι ήθελα πολύ να είμαι κοντά στα παιδιά μου αλλά ζούσα ευλογημένες στιγμές με τα αδέλφια στη Κηφισιά. Είχαμε προσευχές, είχαμε συμμελέτες, είχαμε κοινωνία μετ’ αλλήλων, είχαμε την κλάση του άρτου, ζούσαμε μια πνευματική ζωή καθ’ ολοκληρίαν.

Τώρα ζούσες την πραγματική πνευματική ζωή.

Πράγματι, δόξα στον Θεό. Πήρα λοιπόν τα χαρτάκια προσευχήθηκα και είπα: «Κύριε θα ρίξω τον κλήρο εν τω ονόματι Σου και ας γίνει το θέλημα Σου.» Ο κλήρος έδειξε Ξάνθη και μετά από λίγους μήνες, με μόνο μέσο τον Κύριο παίρνω μετάθεση για την Ξάνθη. Όπου οι συνάδελφοι μόλις με ξαναείδαν δεν το πιστεύανε, γιατί κανονικά έπρεπε να καθίσω τουλάχιστον 4 χρόνια στην Αθήνα.

Στην Ξάνθη μείνατε μαζί με τη γυναίκα σου;

Μείναμε μαζί 5 χρόνια. Αλλά ουσιαστικά χωρισμένοι. Κοιμόμασταν χωριστά και μέσα σε αυτά τα 5 χρόνια έγινε και το δικαστήριο που έκανε η γυναίκα μου για να πάρει διαζύγιο. Με έστειλε και στον εισαγγελέα μια μέρα γιατί συναντήθηκα με κάποιους αδελφούς και είχα μαζί και τον μικρό μου γιό. Δεν της κρατάω κακία κι εγώ άλλωστε προτού γνωρίσω τον Κύριο κυνηγούσα, μετά με κυνηγούσαν. Πριν μερικά χρόνια είχα επισκεφτεί την εκκλησία μας στο Περιστέρι και μου έδωσε ο Κύριος με προφητεία και άλλη επαγγελία: «Εγώ θα εργαστώ πρώτα στις καρδιές των παιδιών σου και μετά της γυναίκας σου.» Η αλήθεια είναι ότι έχουν περάσει ήδη 19 χρόνια από τότε που χωρίσαμε αλλά θέλω να μείνω πιστός μέχρι τέλους στις επαγγελίες του Κυρίου. Μέχρι να εκπληρωθούν. Εν κατακλείδι αδελφέ μου, η ομολογία μου μέσα σε λίγες λέξεις έχει ως εξής: Από την πλάνη βρέθηκα στην αμαρτία και από την αμαρτία στην αλήθεια. Στον Χριστό.

Να κλείσουμε αν θέλεις με ένα μήνυμα προς όσους είναι εγκλωβισμένοι μέσα νεκρά θρησκευτικά καθήκοντα όπως κι εσύ κάποτε.

Αυτό που έχω να πω σε όλους είναι να μελετούνε την Αγία Γραφή και ειδικά την Καινή Διαθήκη. Να μελετούνε μέρα και νύχτα αν είναι δυνατόν. Να διαβάζουν τον λόγο του Θεού και να αφήσουνε τα επιμέρους βιβλία των ανθρώπων. Και να προσεύχονται να βαπτιστούν με Πνεύμα Άγιο ώστε να έχουν την δύναμη του Κυρίου. Γιατί χωρίς την δύναμη αυτή, δεν μπορεί να νικήσει ο άνθρωπος την αμαρτία.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 02 Νοεμβρίου 2017 16:14

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ CHRISTIANITY