Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Create an account

Fields marked with an asterisk (*) are required.
Name *
Username *
Password *
Verify password *
Email *
Verify email *
Captcha *

«Διότι εγώ Κύριος ο Θεός σου είμαι ο κρατών την δεξιάν σου, λέγων προς σε, μη φοβού, εγώ θέλω σε βοηθήσει.» Ησαΐας μα΄13

Αυτό το μήνα θα γνωρίσουμε τη μαρτυρία μιας αδελφής μας από τη Βουλγαρία, της Νάντια Δημήτροβα.


Αδελφή Νάντια, μιλάς αρκετά καλά τα ελληνικά, πόσα χρόνια ζεις στην Ελλάδα;


Είμαι στην Ελλάδα 19 χρόνια. Όμως ήταν Έλληνες και ο παππούς μου και η γιαγιά μου. Ο παππούς μου από το Διδυμότειχο και η γιαγιά μου από τις Σέρρες.


Πως βρέθηκαν στην Βουλγαρία;


Ήταν κομμουνιστής ο παππούς μου και τον κυνηγούσαν στην Ελλάδα. Το βράδυ που έφυγαν -ήταν ακόμα μωρό ο πατέρας μου- τους έκαψαν το σπίτι. Αν ήτανε μέσα θα είχαν πεθάνει. Στην αρχή έμειναν σε μια πόλη σχετικά κοντά στα σύνορα, το Βέλιγκραντ. Γιατί ο παππούς ήθελε να γυρίσει μια μέρα πίσω στην πατρίδα του. Δεν τα κατάφερε όμως, πέθανε στην Βουλγαρία. Εγώ γεννήθηκα το 1949 στην Φιλιππούπολη. Και μεγάλωσα σε ένα διπλανό χωριό, το Κρούμοβο όπου είχαν φτιάξει σπίτι οι γονείς μου.


Σαν παιδί είχες ακούσει για τον Θεό;


Μόνο από τον παππού. Θυμάμαι μια φορά που ήταν άρρωστος ο Πομάκος που του φύλαγε τα πρόβατα, πήγαμε παρέα να τα βοσκήσουμε. Με πήρε μαζί του γιατί ήταν γέρος εκείνος και δεν μπορούσε να τρέξει και να τα κυνηγήσει. Κάποια στιγμή τον άκουσα και μιλούσε σε κάποιον. Του λέω: «σε ποιόν μιλάς, είναι κάποιος εδώ;» Μου λέει: «είναι, αλλά δεν μπορείς εσύ να Τον δεις.» Μιλούσε στον Θεό ο παππούς. Άλλες φορές ανέβαινε ψηλά στο βουνό κι όταν άκουγε τις καμπάνες από τις εκκλησίες στην Ελλάδα γονάτιζε και προσευχότανε.


Στη Βουλγαρία δεν είχε εκκλησίες;


Είχε, αλλά ο περισσότερος κόσμος δεν πήγαινε. Φοβότανε. Πολύ νέα, σε ηλικία 18 χρονών παντρεύτηκα τον άντρα μου τον Γκεόργκι. Γιώργος στα ελληνικά. Οι δικοί μου δεν τον ήθελαν γιατί ήταν πολύ φτωχός. Εμένα δεν με ενδιέφερε όμως αυτό γιατί νοιώθαμε πολύ μεγάλη αγάπη ο ένας για τον άλλο. Κι έφυγα από το σπίτι μας -ένα ωραίο διώροφο σπίτι- και πήγα να ζήσω μαζί του και μαζί με τα πεθερικά μου σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι. Ήταν και άρρωστοι οι γονείς του και χρειαζόντουσαν κάποιον να τους φροντίζει και να τους πλένει. Τότε που παντρεύτηκα, έμαθα για πρώτη φορά και ότι η μαμά μου είχε πιστέψει στον Χριστό. Δεν το ήξερε κανείς, ούτε καν ο πατέρας μου. Ένα βράδυ μου λέει: «έλα μαζί μου.» Και με πήγε σε ένα σπίτι στο Κρούμοβο όπου ήταν μαζεμένοι πολλοί χριστιανοί. Έκαναν προσευχή -οι γυναίκες με μαντήλια στα κεφάλια- είχανε και μια κιθάρα και ψέλνανε ύμνους και στην μέση υπήρχε ένα τραπέζι με φαγητά. 'Ώστε αν ερχόταν κάποιος, να λέγανε ότι έχουνε μια γιορτή και για αυτό έχουνε συγκεντρωθεί.


Αν ερχόταν αστυνομία;


Όχι αστυνομία. Αν ερχόταν κάποιος από το κομμουνιστικό κόμμα. Αυτοί αν σε σημείωναν, μετά δεν μπορούσες ούτε να αγοράσεις τρόφιμα από το μαγαζί, ούτε να κάνεις τίποτε. Και πολλές φορές έπαιρναν ολόκληρες οικογένειες και τις πήγαιναν ψηλά πάνω στα βουνά που ήταν πολύ δύσκολο να ζήσεις. Να σου πω την αλήθεια δεν μου άρεσε την πρώτη φορά που πήγα στην εκκλησία. Όλοι ήταν γονατιστοί κι εγώ περίμενα να σηκωθούν κάποια στιγμή αλλά αργούσαν. Οπότε έφυγα. Μετά από μερικές μέρες μια πιστή γυναίκα που δουλεύαμε μαζί, άφησε στο ντουλάπι μου μπροστά μια Αγία Γραφή. Της λέω: «Μαρίνα, άλλη φορά την Βίβλο σου να την βάζεις μέσα στο ντουλάπι σου. Τι προσπαθείς να κάνεις; Να κολλήσεις κι εμένα;» Ήμουνα πολύ περήφανη. Πίστευα πολύ στον εαυτό μου, στις δυνάμεις μου.


Ήσουν κομμουνίστρια;


Όχι δεν μου άρεσαν τα πολιτικά. Παρόλο που ήταν στο κόμμα και ο πατέρας μου -ο οποίος ήταν αστυνομικός- και τα δύο αδέλφια μου, δεν ασχολήθηκα ποτέ με τέτοια πράγματα. Το μόνο που με ενδιέφερε τότε ήταν να καλυτερέψω κάπως την ζωή μου και την ζωή της οικογένειάς μου. Ο πεθερός μου και η πεθερά μου ήταν πρόσφυγες από τα Σκόπια και είχαν ένα πολύ μικρό σπίτι με την τουαλέτα από έξω. Σε αυτό το σπίτι γεννήθηκαν τα δύο μας παιδιά. Δημήτρης και Χριστίνα είναι στα ελληνικά τα ονόματα τους. Δύσκολα περνούσαμε αλλά έλεγα πάντα στον άντρα μου: «μη φοβάσαι Γιώργο. Σε αγαπώ, με αγαπάς και θα δεις ότι θα φτιάξουμε ένα σπίτι καλύτερο από όλους.» Πραγματικά λίγο μετά που πέθαναν τα πεθερικά μου βρήκαμε μια πολύ καλή δουλειά στην Σιβηρία, σε έργα ξυλείας. Το επάγγελμα του άντρα μου ήταν οδηγός σε μεγάλα φορτηγά, εγώ ήμουν χειριστής γερανού, κλάρκ και τρακτέρ. Δουλέψαμε εκεί 4 χρόνια και μπορέσαμε και φτιάξαμε ένα πολύ ωραίο σπίτι στο Κρούμοβο. Και πήραμε και δύο αυτοκίνητα Λάντα. Ένα εγώ κι ένα ο άντρας μου. Λάντα και Μόσχοβιτς αυτές οι δύο μάρκες υπήρχαν μόνο στην Βουλγαρία.


Πως ήταν οι συνθήκες στη Σιβηρία;


Πληρωνόμασταν πολύ καλά, είχαμε δωρεάν σπίτι, ρεύμα, θέρμανση, όμως το κρύο ήταν φοβερό. Η θερμοκρασία τον χειμώνα ήταν συνέχεια μείον σαράντα-σαράντα πέντε βαθμοί Κελσίου και από τότε έχω πρόβλημα υγείας με τα πνευμόνια μου και με την μύτη μου. Από το πολύ κρύο έσπασαν μια μέρα τα συρματόσχοινα στο φορτηγό του άντρα μου, έφυγαν οι κορμοί των δέντρων που είχε στην καρότσα κι ένας κορμός τον χτύπησε στο κεφάλι. Τον έραψαν στο νοσοκομείο αλλά όμως είχε πάθει εσωτερικό αιμάτωμα και δεν το είδαν. Γυρίσαμε με άδεια στη Βουλγαρία και μια μέρα μου λέει: «μην οδηγήσεις εσύ το αυτοκίνητο. Θα οδηγήσω εγώ γιατί το βράδυ είδα ένα άσχημο όνειρο.» Δεν του έφερα αντίρρηση. Τον αγαπούσα και τον σεβόμουνα πάρα πολύ και ποτέ δεν του πήγαινα κόντρα. Και όπως οδηγούσε άρχισε ξαφνικά το αμάξι να κάνει οχτάρια. Τον κοιτάζω και είχε πέσει λιπόθυμος με σπασμούς. Ευτυχώς δεν τρακάραμε, μπόρεσα και φρέναρα πίσω από ένα λεωφορείο που είχε σταματήσει στη στάση. Ήρθε αστυνομία να δει τι συμβαίνει, μπήκε μπροστά μας το περιπολικό, πήγαμε στο νοσοκομείο και τον πήρανε αμέσως πάνω και αρχίσανε εξετάσεις.


Είχε τότε καλά νοσοκομεία στη Βουλγαρία απ’ ότι ξέρω.


Ναι, δεν μπορώ να πω ψέματα, είχε πολύ καλά νοσοκομεία. Μου είπαν ότι έχει αιμάτωμα στο κεφάλι και είναι πολύ σοβαρή η κατάσταση και αμέσως τον χειρούργησαν. Τότε μέσα στην απελπισία μου άρχισα να ψάχνω για βοήθεια. Μια γυναίκα μου είπε να πάω να βρω ένα Τούρκο μάγο γιατί μπορεί να μας έχουν κάνει μάγια. Πήγα, αλλά ευτυχώς δεν τον βρήκα, έλλειπε. Μια άλλη γυναίκα μου είπε να δώσω ένα αρνί σε ένα μοναστήρι που υπήρχε πάνω στο βουνό. Σαν τάμα. Το έκανα κι αυτό. Για να σωθεί ο άντρας μου ήμουν έτοιμη να κάνω τα πάντα. Είδα τότε ένα όνειρο: «όπως οδηγούσα το αυτοκίνητο, μια γιαγιά μού ζήτησε να την πάω στο μοναστήρι πάνω στο βουνό. Της εξήγησα ότι βιάζομαι να πάω στο νοσοκομείο αλλά επέμενε. Όταν φθάσαμε είδα ότι με είχε οδηγήσει σε ένα γκρεμό. Γύρισα να την κοιτάξω και είχε εξαφανιστεί.» Κατάλαβα ότι ήταν λάθος αυτό που είχα κάνει με το τάμα.


Η μητέρα σου που ήταν πιστή τι σου έλεγε;


Της διηγήθηκα αυτό το όνειρο και μου λέει: «Ο Ιησούς Χριστός είναι το Αρνίον που πέθανε για τις αμαρτίες μας και για τις αρρώστιες μας. Κάνε προσευχή σ’ Εκείνον για να γίνει καλά ο άντρας σου.» Με έδιωξαν κάποια στιγμή οι γιατροί από το νοσοκομείο, μου είπαν να πάω να ξεκουραστώ και να πάω πάλι την επόμενη. Όπως ήμουνα στο σπίτι και σκούπιζα, ξαφνικά κάτι έγινε μέσα μου. Άρχισα να νοιώθω μια πολύ μεγάλη στενοχώρια, να πονάει η καρδιά μου και δεν ήξερα τι μου συμβαίνει. Μετά από καμιά ώρα σταμάτησε ένα αυτοκίνητο από έξω και ήταν η κουνιάδα μου. Ο άντρας μου ο Γκεόργκι είχε πεθάνει.


Σε τι ηλικία;


Ήταν 39 χρονών. Εγώ 34 και τα παιδιά μου 12 και 8 χρονών. Ήταν σαν να βρέθηκα μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα με τα κύματα να με πνίγουν. Ένοιωθα μεγάλο πόνο, μεγάλο φόβο, μεγάλη απελπισία. Κλείστηκα στον εαυτό μου και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Ευτυχώς είχα τους γονείς μου που με βοηθήσανε με τα παιδιά και με το σπίτι. Μετά από δύο-τρείς μέρες όπως ήμουν μόνη στο δωμάτιο ένοιωσα ξαφνικά ένα χέρι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Σκέφθηκα ότι είναι ο άντρας μου, ότι ήρθε η ψυχή του να με παρηγορήσει. Φώναξα: «Γκεόργκι, που είσαι;» Δεν πήρα απάντηση. Όμως αυτό ήταν ένα χάδι διαφορετικό, με μεγάλη ζεστασιά, με μεγάλη γαλήνη. Πέρασαν κι άλλες μέρες κι εγώ ήμουν πάντα κλεισμένη στην κρεβατοκάμαρα. Κάποια στιγμή όπως σκεφτόμουν κι έλεγα μέσα μου: «ποιός θα με βοηθήσει; ποιός θα βοηθήσει τα παιδιά μου;» άκουσα μια γλυκιά φωνή να μου λέει: «Μην φοβάσαι. Εγώ θα σε βοηθήσω. Εγώ θα είμαι μαζί σου.»


Αυτή την φωνή την άκουσες στα αυτιά σου;


Στα αυτιά μου, σαν κάποιος να μου μίλησε. «Ποιός είσαι;» ρώτησα. Αλλά πάλι δεν πήρα απάντηση. Το ίδιο όμως απόγευμα, όπως κοιμόμουνα, άκουσα μέσα στον ύπνο μου την ίδια φωνή να μου λέει: «Έλα να σου δείξω που θα πας, για να μάθεις ποιός είμαι.» Σηκώθηκα, δεν έβλεπα κάποιον, αλλά ένοιωθα ένα ζεστό χέρι να κρατάει το δικό μου. Με πήγε στην εκκλησία, με έβαλε σε μια καρέκλα που είχε δίπλα σε μια κολώνα και μου λέει: «εδώ θα έρχεσαι για να γνωρίσεις ποιός Είμαι.»


Στην εκκλησία που είχες πάει με την μητέρα σου;


Όχι εκείνη ήταν στο Κρούμοβο. Αυτή που πήγα τώρα ήταν στην Φιλιππούπολη. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ σε αυτή την εκκλησία, δεν ήξερα καν ότι υπάρχει. Ο Κύριος με οδήγησε. Στην πόρτα απέξω είχε ζωγραφισμένα δύο περιστέρια, μπήκα μέσα, ήταν γεμάτη κόσμο και είχε μόνο μια άδεια καρέκλα δίπλα στην κολώνα. Η μητέρα μου εν τω μεταξύ, όπως με είδε να φεύγω από το σπίτι τρόμαξε και με ακολούθησε από απόσταση για να μην με ανησυχήσει. Ανέβηκε ένας άνθρωπος στον άμβωνα με κοστούμι και γραβάτα (ο ποιμένας της εκκλησίας) ξεκίνησε να μιλάει αλλά ξαφνικά τον έχασα από τα μάτια μου. Κι έβλεπα έναν άλλο άνθρωπο με λευκά ρούχα ο οποίος άρχισε να μου περιγράφει όλη μου την ζωή. Να μου λέει πράγματα που είχα κάνει και δεν τα ήξερε κανένας. Στο τέλος μου είπε: «Νάντια όλα αυτά που έκανες ήταν αμαρτία. Θέλεις ο Θεός να σε συγχωρέσει;» Ζήτησα συγχώρεση από τον Θεό και από εκεί και πέρα δεν θυμάμαι αυτά που έγιναν. Μου τα είπε η μητέρα μου που ήταν πίσω μου.


Είχες καταλάβει ότι ήταν εκεί;


Όχι, εγώ εκείνη την ώρα δεν καταλάβαινα τι γινόταν δίπλα μου. Ένοιωθα ότι είμαι τελείως μόνη μου μαζί με αυτόν τον άνθρωπο με τα άσπρα ρούχα. Μου είπε λοιπόν η μητέρα μου ότι: «έπεσα κάτω σα νεκρή. Δεν κουνιόμουν καθόλου, μόνο το χέρι μου και το πόδι μου έκαναν σπασμωδικές κινήσεις σαν να ξεψυχούσα. Ήρθε τότε ο ποιμένας της εκκλησίας μαζί με τους πρεσβύτερους, έβαλαν τα χέρια τους επάνω μου και προσευχήθηκαν.» Μετά άρχισα να συνέρχομαι. Με βοήθησαν δύο γυναίκες να σηκωθώ, και από τότε άλλαξαν όλα στη ζωή μου. Πριν ένοιωθα ένα μεγάλο βάρος στο στήθος μου να με πνίγει. Αυτό το βάρος δεν υπήρχε πλέον, είχε φύγει. Είχα μέσα μου πολύ χαρά, πολύ ειρήνη, στέγνωσαν τα δάκρυα μου και δεν μπόρεσα να ξανακλάψω από εκείνη την μέρα. Και ξεκίνησα να πηγαίνω σε εκείνη την εκκλησία κάθε Κυριακή.


Μόνο Κυριακή είχε συνάθροιση;


Ναι. Πήγαινα όμως και στην εκκλησία της μητέρας μου στο Κρούμοβο. Προσευχόμασταν τα βράδια την ώρα που όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν. Εκεί βαπτίστηκα με Πνεύμα Άγιο πριν βαπτιστώ στο νερό. Ένα βράδυ είπα: «Θεέ μου τα αφήνω όλα στα χέρια Σου. Σου δίνω όλη την καρδιά μου, Σου δίνω όλη την ζωή μου. Εσύ να κάνεις ότι θέλεις.» Εκείνη την ώρα άρχισα να μιλάω σε ξένες γλώσσες και να μην μπορώ να σταματήσω. Μετά από λίγες μέρες βαπτίστηκα στο ποτάμι μαζί με άλλους επτά αδελφούς.


Διάβασες και την Βίβλο;


Βέβαια. Ακόμα και στη δουλειά, πάνω στο γερανό διάβαζα. Θυμάμαι ήρθε και με βρήκε στην εκκλησία, εκείνη η αδελφή η Μαρίνα που είχε πάει να μου δώσει την Αγία Γραφή και είχα αρνηθεί με άσχημο τρόπο. Της ζήτησα να με συγχωρέσει και με αγκάλιασε, με φίλησε και μου λέει: «ο Θεός μου είχε μιλήσει για σένα ότι θα πιστέψεις αλλά φαίνεται δεν ήταν η ώρα σου ακόμα.» Μετά έπαιρνα και τα παιδιά μου στην εκκλησία και μια μέρα ήρθε ο γραμματέας του κόμματος και με απείλησε. Μου λέει: «πρόσεξε τι κάνεις με τα παιδιά γιατί θα σε στείλω στην Σιβηρία.» Του λέω: «δεν με φοβίζεις καθόλου γιατί τώρα ξέρω ότι ο Κύριος είναι ο πιο δυνατός. Κακό δεν κάνω κανένα. Δεν κλέβω, δεν σκοτώνω, δεν χωρίζω ζευγάρι. Εσένα όμως σε έχω δει τι κάνεις.» Τον είχα δει μια φορά με την γυναίκα κάποιου άλλου. Εκείνη την ώρα με έλεγξε μέσα μου το Πνεύμα του Θεού. Μου λέει: «όχι έτσι Νάντια. Νίκα το κακό δια του αγαθού.» Του ζήτησα συγγνώμη αλλά του είπα: «πρόσεξε γιατί όποιος πειράζει τα παιδιά του Θεού είναι σαν να πειράζει την κόρη από τα μάτια Του.» Δεν με ξαναενόχλησε από τότε κι ευχαριστώ τον Θεό. Τα παιδιά μου πίστεψαν και τα δύο και βαπτίστηκαν με Πνεύμα Άγιο. Με βοήθησε ο Θεός και τα πάντρεψα -με ωραίους γάμους-και έχω και δύο εγγονάκια. Η εγγονή μου ζει τώρα μαζί μου στην Αθήνα και σπουδάζει εδώ στη Νομική.


Στην Ελλάδα πως ήρθες;


Είχα χάσει την δουλειά που είχα στο εργοστάσιο και ένα βράδυ δεν ένοιωσα καλά, ένοιωσα μια στενοχώρια και πήγα στο νοσοκομείο να κάνω εξετάσεις για την καρδιά μου. Εκεί γνώρισα μια Ελληνίδα που ήταν άρρωστη και που ήταν και το παιδί της στη Βουλγαρία και σπούδαζε. Ήξερε λίγα βουλγάρικα και πιάσαμε την κουβέντα. Της είπα ότι δεν έχω δουλειά και μου πρότεινε να έρθω στην Αθήνα και να δουλέψω στο σπίτι της αδελφής της. Ήρθα πράγματι σε αυτό το σπίτι -ήτανε στη Πολιτεία- αλλά σε δύο μήνες, επειδή δεν είχα χαρτιά, με έπιασε η αστυνομία και με έστειλε πίσω. Μου άρεσε όμως πολύ η ζωή σε αυτή τη χώρα και πληρώσαμε έναν άνθρωπο μαζί με άλλες τρείς γυναίκες Βουλγάρες και μας έφερε πάλι στην Ελλάδα.


Δεν ήταν τότε η Βουλγαρία στην Ευρωπαϊκή ένωση;


Όχι, δεν ήταν ακόμα στην Ευρωπαϊκή ένωση και ήταν δύσκολο να έρθεις. Περάσαμε βουνά, ποτάμια, κοιλάδες και φθάσαμε μέχρι την Θεσσαλονίκη. Εκεί δεν είχα πλέον ούτε λεφτά, ούτε κάποιον να πάρω τηλέφωνο για να με βοηθήσει. Ήμασταν τέσσερις γυναίκες. Η μία έμεινε στη Θεσσαλονίκη γιατί έπιασε δουλειά εκεί. Οι άλλες βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο για να βρούμε ένα αυτοκίνητο να μας πάει στην Αθήνα. Σταμάτησε ένα φορτηγό αλλά μπορούσε να πάρει μόνο δύο κι έμεινα μόνη μου. Είχε νυχτώσει, άρχισε και να βρέχει και είπα: «Θεέ μου εσύ ξέρεις και πόσες τρίχες έχω στο κεφάλι μου. Στείλε σε παρακαλώ ένα αυτοκίνητο να με πάρει και μην αφήσεις να πάθω κακό. Ούτε τρίχα να χαθεί από τα μαλλιά μου.» Δεν είχα τελειώσει ακόμα την προσευχή και ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα μου. «Που πάτε κυρία; Από που είστε;» με ρωτάει ο οδηγός. Ήταν ένα πολύ καλό παιδί, Έλληνας, που ήταν φοιτητής στη Φιλιππούπολη. Αρχίσαμε να μιλάμε στα βουλγάρικα, με πήρε μαζί του, μου πλήρωσε το ξενοδοχείο στην Αθήνα και μου βρήκε και δουλειά. Ποιός το έκανε αυτό; ο Κύριος. Μου έλεγε μάλιστα το παιδί ότι κανονικά ήταν να ξεκινήσει μετά δύο μέρες από την Βουλγαρία και δεν ήξερε κι αυτός γιατί έφυγε νωρίτερα. Ευχαριστώ τον Κύριο γιατί ήταν μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στην Ελλάδα και με ευλόγησε πάρα πολύ. Ο Θεός δίνει πλούσια, δεν είναι τσιγκούνης. Αλλά πρέπει να ζητάς και να περιμένεις. Να μην βιάζεσαι. Η προσευχή μου τώρα είναι: «Κύριε κράτα με κοντά Σου μέχρι τέλους, όσο καιρό είναι να ζήσω ακόμα στη γη, και όταν θα φύγω, να έρθω κοντά Σου στον ουρανό.»

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 07 Σεπτεμβρίου 2017 20:50

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ CHRISTIANITY