Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Βαγγέλης Μπαλάσκας

«Αιτείτε και θέλει σας δοθεί, ζητείτε και θέλετε ευρεί, κρούετε και θέλει σας ανοιχθεί. Διότι πας ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθεί.» Κατά Ματθαίον ζ΄ 7

Όποιος ζητήσει από τον Θεό, θα πάρει το αίτημα του. Όποιος αναζητήσει τον Θεό, θα Τον βρει. Όποιος χτυπήσει τη πόρτα του Θεού, ο Θεός θα του ανοίξει. Αυτές είναι υποσχέσεις δοσμένες σε κάθε άνθρωπο, μέσα από το στόμα του Ιησού Χριστού, και καταγεγραμμένες μέσα στον αψευδή λόγο του Θεού, την Καινή Διαθήκη.

Αυτό το μήνα θα μας δώσει τη μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Βαγγέλης Μπαλάσκας.

 
Αδελφέ Βαγγέλη, με χαρά φιλοξενούμε τη μαρτυρία σου, μιας και είσαι από τους αθόρυβους εργάτες του «Χριστιανισμού» που έχουν μοιράσει χιλιάδες εφημερίδες όλα αυτά τα χρόνια.

Και ακόμα δίνω εφημερίδες. Μαζί με τον αδελφό μου τον Χρήστο συνήθως, αλλά και με άλλους αδελφούς. Και εδώ και πολλά χρόνια, μια φορά το μήνα, πάμε για εφημερίδες στην Ήπειρο από όπου είναι η καταγωγή μας.

Από ποιό ακριβώς μέρος της Ηπείρου κατάγεσαι;

Από τη Θεσπρωτία και από ένα χωριό που λέγεται Πέντε Εκκλησιές. Εκεί γεννήθηκα το 1942, πραγματικά μέσα στη φωτιά του πολέμου. Λίγο μετά ξεκίνησε και ο εμφύλιος και βασίλευε τότε η φτώχεια και η δυστυχία σε όλη την Ήπειρο. Με το Θεό δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη σχέση. Οι γονείς μου ήταν πιστοί άνθρωποι αλλά όχι με επίγνωση. Πάσχα και Χριστούγεννα πηγαίναμε στην εκκλησία. Όμως μας πήγαινε ο δάσκαλος μερικές φορές στην εκκλησία και μας διδάσκανε τότε στο σχολείο και το Ευαγγέλιο. Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, μετά το Πάσχα για σαράντα ημέρες αντί να λέμε: «καλημέρα», λέγαμε: «Χριστός ανέστη.» Και ο άλλος απαντούσε: «Αληθώς ανέστη» και ήταν κάτι πολύ ωραίο αυτό. Βέβαια αυτά χαθήκανε πλέον γιατί ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ στις μέρες μας. Τέλειωσε μετά ο πόλεμος, τέλειωσε και ο εμφύλιος και εν συνεχεία ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έφυγε από το χωριό και ήρθε στην Αθήνα.

Πόσα αδέλφια ήσασταν;

Ήμασταν έξι. Και δυο οι γονείς μου οχτώ και ο παππούς μου εννιά. Σκέψου ότι ο πατέρας μου ήθελε εννιά κιλά ψωμί την ημέρα για να θρέψει την οικογένεια του. Και ήταν η βασική τροφή μας το ψωμί, ήταν δύσκολη τότε η ζωή . Έφυγε λοιπόν ο αδελφός μου στην Αθήνα και μόλις τέλειωσα το δημοτικό ήρθα κι εγώ. Την ημέρα δούλευα και το βράδυ πήγαινα σε μια τεχνική σχολή, στην Διπλάρειο, όπου μάθαινα μηχανοτεχνίτης. Μετά πήγα και σε μια άλλη σχολή, για σχεδιαστής μηχανολογικού σχεδίου και αυτό έγινε τελικά το επάγγελμα μου. Από μικρό παιδί όμως, θυμάμαι ότι πάντοτε έλεγα μέσα μου: «Υπάρχει άραγε Θεός;» Σε όλη μου τη ζωή είχα αυτό το ερώτημα και πιστεύω το έχει και κάθε άνθρωπος. Άλλοι βγάζουν κάποιο συμπέρασμα, άλλοι δεν το βγάζουν. Στην Αθήνα γνώρισα και τη γυναίκα μου τη Καίτη, παντρευτήκαμε και λίγο μετά αποφασίσαμε να πάμε να ζήσουμε στη Νότια Αφρική. Εκεί ξεκίνησε να εργάζεται μέσα μου ο Θεός το έργο της σωτηρίας. Ένα βράδυ στον ύπνο μου έπαθα κάτι σαν εγκεφαλικό. Ένοιωσα το κεφάλι μου σαν ένα τεράστιο καζάνι, σαν να είχα μέσα μου εκατομμύρια μερμήγκια και είπα: «αναχωρώ, φεύγω για την άλλη ζωή.» Αλλά δεν ήξερα κιόλας αν υπάρχει άλλη ζωή. Δεν επέτρεψε τελικά ο Θεός να πεθάνω, μετά από λίγο συνήλθα, αλλά αυτό το συμβάν με προβλημάτισε πάρα πολύ, ήταν ένας σταθμός στη ζωή μου. Γιατί μέσα από αυτό το συμβάν, γεννήθηκε μέσα μου η αναζήτηση: «Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Αν πέθαινα που θα πήγαινα;» Στη συνέχεια αποφασίσαμε να φύγουμε από τη Νότιο Αφρική, γιατί υπήρχαν εκεί κοινωνικές αναταραχές και γυρίσαμε στην Ελλάδα.

Με το απαρτχάιντ;

Ναι, με τις φυλετικές διακρίσεις είχε αρχίσει να ξεσηκώνεται ο κόσμος και ήταν η κατάσταση έκρυθμη. Είχαν μεγαλώσει και τα παιδιά μου, οι δύο κόρες μου, και σκεφτόμουν ότι αν ξεκινήσουν το σχολείο στη Νότιο Αφρική θα έπρεπε και να το τελειώσουν εκεί, αλλιώς  θα έπρεπε να το ξεκινήσουν στην Ελλάδα. Τελικά αποφασίσαμε να επιστρέψουμε και συνέβη λίγο μετά κάτι πολύ άσχημο για μας. Προσβλήθηκε η γυναίκα μου από καρκίνο -ήταν τότε 33 χρονών- και μετά από λίγους μήνες πέθανε. Ήταν μεγάλη η θλίψη αλλά και η δυσκολία, γιατί βρέθηκα ξαφνικά μόνος με δύο μικρά παιδιά. Ευτυχώς ήταν ακόμα σχετικά νέοι οι γονείς μου, ήρθαν και έζησαν μαζί μας και μας βοήθησαν πολύ. Ευχαριστώ τον Θεό γιατί μερίμνησε και για αυτό. Όμως αυτή η αναζήτηση πλέον μέσα μου φούντωσε και σκεφτόμουν: «Που έχει πάει αυτή η ψυχή; Θα τη ξανασυναντήσω σε μια άλλη ζωή ή χαθήκαμε για πάντα;» Εκείνη την εποχή ξεκίνησα να διαβάζω διάφορα βιβλία ανατολίτικης φιλοσοφίας κι έλεγα πως όταν πάρω τη σύνταξη μου και το εφάπαξ, θα πάω στην Ινδία κι εκεί ανάμεσα στους γιόγκι και στους γκουρού θα βρω την αλήθεια.

Αφού ήσουν χριστιανός -έστω κατ’ όνομα- γιατί δεν αναζήτησες τον Θεό μέσα από την Αγία Γραφή;

Στη Νότιο Αφρική πήρα μια φορά την Αγία Γραφή να τη διαβάσω στα αγγλικά, για να εξασκηθώ κιόλας στη γλώσσα. Άνοιξα στη τύχη και έπεσα σε ένα σημείο από την Παλαιά Διαθήκη όπου δεν μου άρεσε καθόλου αυτό που διάβασα, σκανδαλίστηκα και την άφησα. Πολλά σημεία από τη Παλαιά Διαθήκη δεν μπορείς να τα καταλάβεις αν δεν γνωρίζεις κάποια πράγματα και γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να ξεκινάει από τη Καινή Διαθήκη και εκεί είναι γραμμένο το θέλημα του Θεού για τον άνθρωπο σήμερα. Κάπως έτσι έγινε και στράφηκα σε άλλα βιβλία. Τότε όμως θυμάμαι, ήταν κι ένας δημοσιογράφος που είχε γράψει ένα βιβλίο για την Ινδία, όπου είχε κάνει κάποια ταξίδια, κι έγραφε για ανθρώπους, δήθεν σοφούς και φωτισμένους.

Επηρεάστηκες και από εκεί;

Ναι, με επηρέασε κι αυτό. Συνέβη όμως το εξής. Ένα καλοκαίρι πήγα στο χωριό μου και ανέβηκα το βράδυ πάνω σε ένα λόφο. Εκεί κοιτώντας από πάνω μου όλα τα αστέρια του ουρανού, σκέφθηκα μέσα μου: «Άραγε ποιος έφτιαξε όλο αυτό το σύμπαν; Όλο αυτό το μεγαλείο που βλέπουν τα μάτια μου;» Και έκανα τότε μια μικρή προσευχή, φωνάζοντας μόνος μου μέσα στο σκοτάδι: «Θεεεεέ μου, οδήγησε με στο φως το αληθινοοοοό....» Και όπως γυρνούσα σπίτι, είπα πάλι στον Θεό: «Αν υπάρχεις, τότε θα βλέπεις ότι εγώ σε ζητάω.» Όντως αυτή η προσευχή -που πιστεύω το Πνεύμα το Άγιο μου την έδωσε να την κάνω- απαντήθηκε μετά από λίγο χρονικό διάστημα. Μια κοπέλα από την εκκλησία μας, την Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, βρέθηκε στο σπίτι του αδελφού μου του Χρήστου και είδε ένα από αυτά τα φιλοσοφικά βιβλία που διάβαζα. Το οποίο το είχα δανείσει εγώ τότε στο Χρήστο. Και βρήκε έτσι αφορμή και άρχισε μια σχετική συζήτηση. Συγκεκριμένα ρώτησε, ποιανού είναι το βιβλίο και της είπε η Έλλη, η γυναίκα του Χρήστου, ότι: «είναι του κουνιάδου μου, ο οποίος ψάχνει να βρει τον Θεό.» Και λέει η αδελφή μας: «αν ψάχνει για τον Θεό, ας έρθει στην εκκλησία που πάω και θα Τον βρει.» Πήγε πρώτα μια Κυριακή η Έλλη, μαζί με αυτή τη κοπέλα, και την επόμενη Κυριακή πήγαμε κι εγώ και ο αδελφός μου. Μου έκανε πολλή μεγάλη εντύπωση η αγάπη των αδελφών - πραγματικά ένας άλλος λαός υπήρχε σε αυτό τον χώρο- και ξαναπήγα από τότε πολλές φορές. Πάντα όμως με επιφύλαξη και με τον φόβο μήπως πέσω σε κάποια πλάνη, σε κάποια αίρεση. Με καθησύχασε όμως το γεγονός, πως ότι διάβαζε μέσα από την Αγία Γραφή ο αδελφός Λούης Φέγγος, που ήταν τότε ο ποιμένας της εκκλησίας, αυτά ακριβώς δίδασκε κι ερμήνευε. Δεν παρέκλινε καθόλου από τα γεγραμμένα.

Ποια εποχή ήταν αδελφέ Βαγγέλη;

Το 1984 ήρθα πρώτη φορά στην εκκλησία. Κι άρχισε να συμμαρτυρεί ο Θεός ότι εκεί είναι η αλήθεια, με ενύπνια, με οράσεις και θαυμαστές ενέργειες. Μια μέρα όπως ήμουν σπίτι και προσευχόμουν, βλέπω σε όραση το μάτι του Κυρίου. Ήταν τεράστιο -υπολόγισα με κλίμακα ότι ο Κύριος πρέπει να ήταν ψηλός σαν μια πολυκατοικία- και είχε αυτό το μάτι κάποια απίθανα, πανέμορφα χρώματα που δεν τα είχα ξαναδεί ποτέ μου. Και η κόρη του οφθαλμού Του, ήταν σαν φλόγα πυρός. Ο Κύριος άρχισε να με ενδυναμώνει στη πίστη και με ενύπνια. Έβλεπα πολλές φορές στον ύπνο μου τι θα γίνει την επόμενη μέρα και γινόταν ακριβώς αυτό που είχα δει. Είναι πολύ σημαντικό να πούμε, ότι ο Θεός δεν έρχεται στον άνθρωπο, «αναισθήτως και αοράτως», όπως λένε κάποιοι. Έρχεται με δύναμη, αναγεννάει τον άνθρωπο και του αλλάζει τη ζωή τελείως. Αυτά δεν τα ξέραμε εμείς βεβαίως, τα μάθαμε στην εκκλησία. Έτσι λοιπόν αναγεννηθήκαμε και μετά όπως λέει ο Λόγος του Θεού βαπτιστήκαμε στο νερό και ξεκινήσαμε τη πορεία μας με τον Κύριο.

Προχωρούσατε πνευματικά, παράλληλα με τον αδελφό σου και τη γυναίκα του;

Ναι, και όχι μόνο. Ο αδελφός μου, η νύφη μου, τα παιδιά τους, τα παιδιά μου, οι γονείς μου, η αδελφή μου, δέκα άτομα είχαμε μπει τότε στην εκκλησία. Και αυτό που με έκανε να μείνω στην εκκλησία, ήταν η δύναμη του Πνεύματος του Αγίου. Το Πνεύμα το Άγιο το ζητούσα πολύ έντονα. Στη δουλειά μου, στο δρόμο, στο σπίτι, συνέχεια το εκζητούσα, μέχρι που σε μια συμπροσευχή στο σπίτι μου, στο Μαρούσι, με βάπτισε ο Κύριος. Και είναι πάρα πολύ σημαντικό, ο άνθρωπος που έχει αναγεννηθεί να λάβει το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος. Και μετά υπάρχουν τα πνευματικά χαρίσματα και η λειτουργία τους μέσα στην εκκλησία, όπως στις αποστολικές ημέρες. Πιστεύω ότι αν μια εκκλησία δεν έχει το Πνεύμα το Άγιο, τότε δεν έχει αποκαλύψεις, δεν καταρτίζονται οι πιστοί, και καταντάει τελικά ένας τύπος, μια θρησκεία. Το άλλο, πολύ ευχάριστο για μένα, είναι ότι έλαβα τη πληροφορία από τον Κύριο ότι σώθηκε και η γυναίκα μου. Με βεβαίωσε ο Θεός με πάρα πολλή μεγάλη δύναμη και είμαι 110 τοις 100 σίγουρος ότι έχει σωθεί.

Πιστεύω θα ήταν μεγάλη παρηγοριά αυτή για σένα.

Πάρα πολλή μεγάλη. Πάντα αναρωτιόμουν τι έγινε, σώθηκε δεν σώθηκε, αλλά ο Κύριος μου μίλησε με πολλούς τρόπους, μου μίλησε και με προφητεία και μου είπε ότι: «η γυναίκα σου είναι κοντά Μου και σε περιμένει.» Δόξα στον Θεό. Από τότε αγωνιζόμαστε ώστε να τελειώσουμε κι εμείς τον δρόμο μας μετά χαράς, όπως λέει και ο Λόγος του Θεού.

Σκέφτηκες ποτέ να ξαναπαντρευτείς;

Όταν πίστεψα, προσευχήθηκα για αυτό το θέμα και νήστεψα, ώστε να μου φανερώσει ο Θεός ποιο είναι το καλύτερο για μένα και για τα παιδιά μου. Και μου έδειξε ο Κύριος, από την πρώτη επιστολή προς Κορινθίους, επτά σημεία όπου ο λόγος του Θεού με προέτρεπε να μείνω όπως ήμουν. Δεν μου απαγόρευε να ξαναπαντρευτώ, αλλά με προέτρεπε να μείνω όπως με βρήκε. Είχα βέβαια και τους γονείς μου που φρόντιζαν για τα οικιακά, μέχρι που μεγάλωσαν οι κόρες μου και ανέλαβαν εκείνες.

Θα ήθελα να μας πεις λίγα λόγια και για το έργο του Θεού στην Ήπειρο.

Από την αρχή που πίστεψα, ζητούσα από τον Θεό να με αξιώσει να εργαστώ για Εκείνον, να με κάνει εργάτη δικό Του. Και μου έδειξε τότε ένα ενύπνιο. Ήμουν όρθιος σε μια προβλήτα κι ερχόταν προς το μέρος μου ένα θολό και βρώμικο ποτάμι. Όπου είχε μέσα κούτσουρα, σκουπίδια, λάσπες, αλλά και ανθρώπους. Και εγώ καθόμουν στη προβλήτα και τους έδινα το χέρι για να τους βοηθήσω να ανέβουν επάνω. Πιστεύω ότι η προβλήτα ήταν η εκκλησία του Χριστού και το ποτάμι ήταν ο κόσμος της αμαρτίας. Και όντως αυτό μας έδωσε ο Θεός να κάνουμε, και σε μένα και στον αδελφό μου τον Χρήστο. Στην αρχή μοιράζαμε εφημερίδες στην Αθήνα και σε διάφορα μέρη εδώ κοντά. Μια φορά που είχαμε πάει στο Αίγιο, όπου ήταν τότε ο αδελφός ο Γιώργος Κοροβέσης, μας έδωσε οδηγία ο Κύριος μέσω του αδελφού. Είδε σε όραση τον χάρτη της Ηπείρου και μας είπε δια Πνεύματος Αγίου να πάμε εκεί και να μιλήσουμε για τον Λόγο του Θεού. Γυρίζοντας στην Αθήνα ρωτήσαμε τον αδελφό τον Λούη αν υπάρχει στην Ήπειρο κάποια εκκλησία, κάποιοι αδελφοί. Και μας λέει ο αδελφός: «Δεν υπάρχει τίποτε, πάρτε εφημερίδες και πηγαίνετε να δώσετε.» Αυτή ήταν η επιβεβαίωση για εμάς.

Ο αδελφός Λούης μπορούσε να σου δώσει οδηγία Θεού με τον πιο απλό τρόπο.

Πάνω σε αυτό που λες είχαμε και μια άλλη εμπειρία. Είχαμε ξεκινήσει και πηγαίναμε στην Ήπειρο μια φορά το μήνα. Φεύγαμε Παρασκευή απόγευμα -μόλις τελειώναμε από τις δουλειές μας- πηγαίναμε, κοιμόμασταν στο χωριό μας και το Σάββατο δίναμε εφημερίδες στα Γιάννενα τότε. Κάποια στιγμή όμως είχε κλείσει ο δρόμος για το χωριό από διαμαρτυρίες που έκαναν οι ντόπιοι (για λύματα που πέφτανε στον Καλαμά ποταμό) και αποφασίσαμε να σταματήσουμε να πηγαίνουμε. Δεν το είπαμε όμως κάπου, ούτε το συζητήσαμε με κανέναν. Την Κυριακή λοιπόν, όπως ήμασταν στην εκκλησία, την ώρα της κοινωνίας, λέει εντελώς ξαφνικά ο αδελφός ο Λούης: «όσοι είναι για τα Γιάννενα, να πάνε στα Γιάννενα.» Και συνέχισε μετά αυτό που έλεγε πριν. Κοιταζόμασταν εγώ με τον αδελφό μου με απορία, αλλά καταλάβαμε ότι ήταν μήνυμα για εμάς, από το Πνεύμα το Άγιο. Και ξαναρχίσαμε να πηγαίνουμε και σιγά-σιγά ξεκίνησε το έργο του Θεού και στην Ήπειρο. Σώθηκαν οι πρώτες ψυχές, μίλησαν και σε άλλους και ο Κύριος πρόσθεσε τους σωζομένους. Πρώτα έγινε η εκκλησία στα Γιάννενα, μετά στην Ηγουμενίτσα και πιστεύω και στην Άρτα θα ανοίξει σύντομα εκκλησία. Το έργο βέβαια δεν είναι δικό μας, είναι του Πνεύματος του Αγίου. Εμείς προσπαθούμε απλά να είμαστε χρήσιμα εργαλεία στα χέρια του Θεού. Ταπεινά, για να μην υπερηφανευτούμε και χάσουμε και τις ψυχές μας.

Θυμάσαι να μας πεις κάποιες εμπειρίες πάνω στο έργο του Θεού; Πιστεύω θα συναντήσατε και αρκετές δυσκολίες.

Ένα βράδυ πηγαίναμε στο χωριό και οδηγούσε ο αδελφός Σπύρος Βαλαβάνης. Ο αδελφός βοήθησε πολύ σε αυτό το έργο και ένα αυτοκίνητο του, μπορώ να πω ότι το δαπάνησε πάνω σε αυτά τα ταξίδια. Όπως οδηγούσε λοιπόν, πληρώνεται με Πνεύμα Άγιο και μας λέει: «κάτι θέλει να μου πει ο Κύριος και δεν ξέρω τι ακριβώς.» Μας το έλεγε συνέχεια αυτό και τελικά λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό αποφάσισε να σταματήσει το αυτοκίνητο. Βγαίνουμε έξω, κοιτάμε και ήταν ακριβώς μπροστά μας μια μεγάλη χαράδρα. Με τις βροχές είχε χαλάσει ο δρόμος και θα πέφταμε μέσα. Οι ντόπιοι το ξέρανε αλλά εμείς δεν το ξέραμε, μας έσωσε ο Κύριος. Και γυρίσαμε πίσω και κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο. Και πολλές φορές μας φύλαξε ο Κύριος και από ατυχήματα και από κακούς και παραλόγους ανθρώπους.

Δόξα στον Θεό. Κλείνοντας, τι μήνυμα θα ήθελες να δώσεις σε όσους διαβάσουν την ομολογία σου;

Πάντα στη ζωή μου αναζητούσα τον Θεό, αναζητούσα την Αλήθεια, χωρίς όμως να ξέρω ότι ο Θεός απαντάει σήμερα στον άνθρωπο. Και αυτό που θα ήθελα να πω είναι ότι, όσοι θέλουν πραγματικά να βρουν τον Θεό, μπορούν να Του μιλήσουν. Με απλότητα και με ειλικρίνεια. Και άθεος να είσαι, μίλα και πες στον Θεό: «είμαι άθεος, δεν πιστεύω ότι υπάρχεις, αλλά αν υπάρχεις απάντησε μου με κάποιο τρόπο.» Θα το κάνει; Βεβαίως και θα το κάνει. «Πας ο ζητών ευρίσκει» λέει ο Λόγος του Θεού. Δεν υπάρχει περίπτωση να αναζητήσει κάποιος τον Θεό και να μην έρθει ο Θεός στη ζωή του. Είναι ζωντανός. Υπάρχει. Απαντάει. Μιλάει. Και στη κάθε ψυχή ενεργεί διαφορετικά. Γιατί όλη η μέριμνα του Πνεύματος του Αγίου είναι πως θα μπορέσει να φέρει τον άνθρωπο από το σκοτάδι στο φως ώστε να μη χαθεί αιώνια.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019 21:48
Pin it

Σχετικά Άρθρα