Skip to main content
play button christianity Ακούστε  |  48kbps  |  96kbps  |
on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag


Καλλιόπη Βεργή

“Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει.Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν, και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών·διότι ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίον μου ελαφρόν.” Κατά Ματθαίον ια΄ 28-30.

 |  Ομολογίες

“Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει.Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν, και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών·διότι ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίον μου ελαφρόν.” Κατά Ματθαίον ια΄ 28-30.

Το κάλεσμα του Κυρίου απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο και χωρίς καμία απολύτως διάκριση. Όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι καλούνται σήμερα από τον Ιησού Χριστό, για να ανταλλάξουν το βαρύ φορτίο των αμαρτιών και των θλίψεων τους, με το ελαφρύ φορτίο του Λόγου του Θεού. 

Αυτό το μήνα θα μας δώσει την μαρτυρία της, η αδελφή μας Καλλιόπη Βεργή, από την εκκλησία του Μενιδίου.

Αδελφή Καλλιόπη, περιμένουμε με ενδιαφέρον να μας πεις, με ποιό τρόπο σε κάλεσε ο Κύριος και πως εργάστηκε μέσα στη ζωή σου.

Ναι αδελφέ μου, ευχαριστούμε τον Θεό. Είμαι από την Κέρκυρα και μεγάλωσα σε μια οικογένεια εντεκαμελή, εννέα παιδιά και δύο οι γονείς μας έντεκα. Ο πατέρας μου ήτανε ψαράς και σηκωνότανε τρείς η ώρα τη νύχτα για να σηκώσει τα δίχτυα. Ήταν ένας πολύ εργατικός άνθρωπος και γι’ αυτό και δεν πεινάσαμε ποτέ, παρόλη την φτώχεια που υπήρχε εκείνα τα χρόνια. Κατάγομαι από το χωριό Νεοχώριο Λευκίμμης, όμως εγώ δεν γεννήθηκα στο χωριό, γεννήθηκα στο αγρόκτημα, μέσα στο σταύλο με τα πρόβατα.

Σαν τον Χριστό.

Σαν τον Χριστό, ναι. Την έπιασαν την μάνα μου εκεί, ξαφνικά οι πόνοι και με γέννησε στο σταύλο, μόνη της τελείως. Ο Διάβολος όμως ήθελε από μωρό παιδί να με σκοτώσει. Μια φορά, με είχαν αφήσει οι γονείς μου σε μια αδελφή μου για να με προσέχει και μια οχιά ανέβηκε τότε πάνω στο κρεβάτι μου. Όλο και πλησίαζε, είχε φτάσει πολύ κοντά στο στόμα μου κι έκλαιγα εγώ δυνατά σαν να καταλάβαινα τον κίνδυνο. Ήρθε η αδελφή μου, να δει γατί κλαίω και μόλις είδε την οχιά τρόμαξε και δεν ήξερε τι να κάνει. Της βάζει τότε ο Θεός στη καρδιά και φέρνει στο κρεβάτι ένα μεγάλο γάτο που είχαμε στο σπίτι. Κι αρπάζει ο γάτος αμέσως το φίδι και φεύγει, κι έτσι γλύτωσα. Οι γονείς μου ήταν καλοί άνθρωποι, πίστευαν στον Θεό και κάθε Σάββατο, μας έκανε η μάνα μου όλα τα παιδιά μπάνιο, για να πάμε την Κυριακή το πρωί στην εκκλησία. Εντωμεταξύ, είχαμε έναν παπά στο χωριό που πρέπει να ήταν αναγεννημένος. Ήταν πραγματικά ένας άγιος άνθρωπος και μας έκανε πάντα κήρυγμα του Ευαγγελίου. Μια φορά πήγα να εξομολογηθώ και μου λέει: “Όχι σε μένα παιδί μου, στον Ιησού Χριστό να τα πεις.” Φύγαμε μετά, ήρθαμε στην Αθήνα κι έπιασα δουλειά σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε σοκολάτες.

Σε τι ηλικία ήλθες;

Δεκαεπτά χρονών. Και στο εργοστάσιο με φύλαξε ο Κύριος από βέβαιο θάνατο. Δούλευα στη μηχανή που βγαίνουν οι σοκολάτες κι έσκυψα κάποια στιγμή να πιάσω μερικές που είχανε πέσει κάτω. Μου άρπαξε τότε το κεφάλι το μηχάνημα κι ευτυχώς που έσπασε η αλυσίδα, αλλιώς θα με σκότωνε. Τελικά έπαθα μόνο μια διάσειση εγκεφάλου, ταλαιπωρήθηκα λίγο αλλά έγινα καλά. Εδώ στην Αθήνα, τον ξέχασα κάπως τον Θεό. Εκκλησία δεν πήγαινα καθόλου και θυμόμουνα να προσευχηθώ μόνο όταν είχα κάποια ανάγκη. Τον αγαπούσα όμως τον Κύριο, από μικρή κοπέλα που ήμουνα. Μετά γνώρισα τον άντρα μου, ο οποίος είχε έρθει από την Γερμανία -που ήταν μετανάστης- κι έψαχνε γυναίκα για να παντρευτεί. Από το χωριό μου ήτανε κι αυτός. Του είπανε για εμένα, αλλά εγώ δεν ήθελα να κάνω οικογένεια ακόμα, ήμουνα μικρή. Επέμεναν όμως τα αδέλφια μου να τον παντρευτώ και τελικά με πείσανε. Αρραβωνιαστήκαμε, σε ενάμιση μήνα παντρευτήκαμε κι έφυγε μετά εκείνος στη Γερμανία και μου έκανε πρόσκληση για να πάω κι εγώ. Ξεκινήσαμε εκεί την ζωή μας, ήτανε άνθρωπος νοικοκύρης, κουβαλητής, αλλά είχε το μεγάλο ελάττωμα της ζήλειας. Με ζήλευε πάρα πολύ.

Είχατε μεγάλη διαφορά ηλικίας;

Με πέρναγε δεκατρία χρόνια. Κάναμε το πρώτο μας παιδί, τη πρώτη κόρη μας κι εκείνος δεν πίστευε ότι είναι δικό του. Μου έλεγε συνέχεια: “Θα το πάω το παιδί να του κάνω εξετάσεις, να δω αν είμαι εγώ ο πατέρας.” Μιλάμε για αρρώστεια, όχι απλά ζήλεια. Μετά από κάποιο διάστημα δεν άντεξα άλλο και πήρα το παιδί και ήρθα να ζήσω στην Ελλάδα. Ήρθε αργότερα κι εκείνος, μεσολάβησαν κάποιοι συγγενείς και τελικά πάλι τα βρήκαμε. Πήγαμε για λίγο στην Κέρκυρα και μετά ήρθαμε στον Πειραιά κι έπιασε δουλειά σαν οδηγός στα λεωφορεία. Ύστερα αγοράσαμε αυτό το οικόπεδο στο Μενίδι που βρίσκομαι και σήμερα, φτιάξαμε δύο δωμάτια και ήρθαμε εδώ για να μείνουμε. Εντωμεταξύ είχαμε κάνει και την δεύτερη κόρη μας. 

Θα ήτανε ερημιά τότε στο Μενίδι.

Ερημιά δεν λες τίποτε. Το 1980 που ήρθαμε, ελάχιστα σπίτια υπήρχανε. Και είχε πάρει ένα μηχανάκι ο άντρας μου για να μετακινείται, γιατί ούτε συγκοινωνίες υπήρχανε κοντά, ούτε τίποτε. Κι ένα βράδυ, όπως σχόλασε από την δουλειά κι ερχότανε στο σπίτι, τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο και τον παρατάει τραυματισμένο μέσα στον δρόμο. Τον είδε μετά από ώρα κάποιος περαστικός, ειδοποίησε ασθενοφόρο και τον πήγανε στο νοσοκομείο. Εντωμεταξύ, με έψαχνε εμένα η αστυνομία αλλά δεν μπορούσε να με βρει, γιατί ούτε τηλέφωνο είχαμε ακόμα, ούτε ρεύμα. Ρωτήσανε τελικά στη γειτονιά, με βρήκανε και με πήγανε στην κεντρική πλατεία να πάρω ένα ταξί για να πάω στο νοσοκομείο. Για να μην στα πολυλογώ, ο άντρας μου μετά από ένα μήνα πέθανε κι έμεινα χήρα με δύο μικρά παιδιά. Έξι χρονών η μικρή και εννιά η μεγάλη. Δόξα στον Θεό, με βοήθησαν στην αρχή κάποιοι γείτονες και πριν κλείσουν τα “σαράντα” του άντρα μου, ξεκίνησα να δουλεύω σε ένα εργοστάσιο, εδώ στην περιοχή, που έφτιαχνε κουρτίνες και τεντόπανα.

Δεν πήρες κάποια σύνταξη από τον άντρα σου;

Άργησε πολύ να βγει αδελφέ μου κι αν δεν πήγαινα στο ΙΚΑ να τους κάνω φασαρία δεν ξέρω κι εγώ πότε θα την βγάζανε. Ευτυχώς όμως, βρήκα αυτή την δουλειά και μπόρεσα και μεγάλωσα τα παιδιά μου. Κι όταν έφτασε η κόρη μου, η μεγάλη, στη τελευταία τάξη του Λυκείου, όπως γυρνούσε από το σχολείο, την χτυπάει κι εκείνη, στο δρόμο ένα αυτοκίνητο. Και την έβαλε ο οδηγός κατευθείαν μέσα και την πήγε ο ίδιος στο νοσοκομείο. Αργούσε να γυρίσει, έψαχνα εγώ που είναι το παιδί μου, πήγαινα, ρωτούσα παντού και τελικά στην αστυνομία, βρήκανε ότι είναι στο ΚΑΤ και μπαίνει επειγόντως στο χειρουργείο. Κάθισε μέσα αρκετές μέρες, μετά μου την δώσανε και την πήρα σπίτι, αλλά είχε πρόβλημα το παιδί, είχε πάθει ζημιά στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να περπατήσει καλά, δεν μπορούσε να μιλήσει καλά... Με έστειλε τότε το αφεντικό μου, σε ένα γνωστό του γιατρό, την εξέτασε και μου λέει: “Πρέπει να χειρουργηθεί, αλλά να την πας καλύτερα στο εξωτερικό.” Την πήγα πράγματι στη Γερμανία, την κοίταξαν, της έκαναν όλες τις εξετάσεις και μου είπαν ότι: “Αν χειρουργηθεί στο κεφάλι, υπάρχει κίνδυνος να γίνει χειρότερα. Μπορεί να φτιάξουμε ένα πρόβλημα και να δημιουργήσουμε ένα άλλο. Πηγαίνετε στην Ελλάδα, και μόνο αν χειροτερέψει να την ξαναφέρετε.”

Μέσα σε όλη αυτή την δοκιμασία προσευχόσουν καθόλου;

Όλο τον Θεό ζήταγα. Το βράδυ, που έγινε το ατύχημα και γύρισα σπίτι από το νοσοκομείο, γονάτισα και είπα: “Χριστέ μου, φύλαξε το παιδί μου.” Επιστρέψαμε λοιπόν στην Ελλάδα κι ευτυχώς, άρχισε το παιδί σιγά-σιγά να συνέρχεται. Εντωμεταξύ, ασχολιόταν τότε με την υγιεινή διατροφή και είχε πάρει κάτι τέτοια περιοδικά κι έβγαινε έξω και τα έδινε στον κόσμο. Κι ένα πρωί, γνωρίζεται έτσι με μια αδελφή μας από την εκκλησία. Συζητήσανε για τον Θεό και την προσκάλεσε η αδελφή μας και πήγανε μαζί το βράδυ, στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής στο Μενίδι. Ευλογήθηκε πάρα πολύ και όταν ήρθε στο σπίτι, ήτανε “μέσα στην τρελή χαρά” όπως λέμε. Μόλις όμως εγώ έμαθα που πήγε, έβαλα τα κλάματα. Λέω: “Δεν μας έφταναν όλα τα άλλα, μπλέξαμε τώρα και με εκκλησίες.” Την άλλη μέρα, μου λέει πάλι: “Θα ξαναπάω, έχω ραντεβού στη διασταύρωση να περάσουν να με πάρουν.” Κι όταν γύρισε σπίτι, ήταν ακόμα πιο χαρούμενη από το προηγούμενο βράδυ και μου λέει: “Ο Θεός με θεράπευσε.” Έβλεπα εγώ την αλλαγή της, αλλά δεν την πίστευα, ο Διάβολος δεν με άφηνε τότε να δω την αλήθεια. Μετά από λίγες μέρες, μου λέει και η μικρή μου κόρη: “Θα πάω κι εγώ σήμερα στην εκκλησία.” Εκεί μου κοπήκανε τα πόδια πραγματικά. Πήρα τηλέφωνο μια γνωστή μου δικηγόρο, της είπα τι μου συμβαίνει και μου λέει: “Πρόσεξε Καλλιόπη, γιατί αυτές τις μέρες, πολλά κορίτσια τα πήρανε και τα κλείσανε σε μοναστήρια.” Κλάμα πάλι εγώ, έκλαιγα συνέχεια κι έλεγα: “Θεέ μου, έχασα τα παιδιά μου.” Κι όπως ήμουνα ένα πρωί, εδώ στο σπίτι, βλέπω μπροστά μου τον Κύριο και μου λέει: “Μην κλαίς κόρη μου, γιατί δεν έχασες τα παιδιά σου, αλλά τώρα τα βρήκες.”

Είδες  κάποια όραση;

Αδελφέ μου, είδα τον Ιησού Χριστό μπροστά μου ολοζώντανο, με ανθρώπινη μορφή! Εκείνη τη μέρα άλλαξε η καρδιά μου κι όταν μου είπε μετά η κόρη μου: “Μαμά θέλεις να έρθουν από την εκκλησία να σου μιλήσουν για τον Θεό;” είπα: “Ας έλθουν.” Και ήρθε θυμάμαι ο αδελφός ο Πήττας, που ήταν ο ποιμένας τότε στο Μενίδι, μαζί με άλλους δύο αδελφούς, μου μιλήσανε μέσα από τον Λόγο του Θεού και πριν φύγουν, έκαναν μια προσευχή. Και καθώς προσευχόταν ο αδελφός δια Πνεύματος Αγίου, κι έμπαιναν τα λόγια που έλεγε μέσα στη καρδιά μου, αισθανόμουν λες και κάποιος μου έχει βάλει φωτιά και καίγομαι, από τα πόδια μέχρι το κεφάλι! Πέρασαν λίγες μέρες κι όπως ήμουν επίσκεψη στα ξαδέλφια μου στη Γλυφάδα, με πιάνει ξαφνικά ένας πόνος στο στομάχι, πάρα πολύ δυνατός. Πόνος θανάτου πραγματικά. Φεύγω αμέσως, πάω σπίτι, αλλά δεν περνούσε ο πόνος με τίποτε και κάλεσα ασθενοφόρο να με πάει στο νοσοκομείο. Έκανα πολλές εξετάσεις και μου λένε στο τέλος οι γιατροί: “Η κατάσταση σου είναι πολύ σοβαρή. Οι πιθανότητες να ζήσεις ή να πεθάνεις είναι πενήντα-πενήντα.” Εντωμεταξύ, οι κόρες μου το είχανε πει στην εκκλησία και προσευχόντουσαν όλα τα αδέλφια για εμένα, σε ολονύχτια προσευχή.

Τι ασθένεια είχες;

Καρκίνο στο συκώτι. Είχα κάνει δώδεκα εξετάσεις, στην δέκατη τρίτη εξέταση που έκανα (μετά από την προσευχή της εκκλησίας) φάνηκε ότι δεν είχα τίποτε. Το ίδιο και σε όσες εξετάσεις έκανα μετά. Δόξα στον Θεό! Κι αφού με κράτησαν οι γιατροί προληπτικά στο νοσοκομείο τρείς μέρες, ύστερα με άφησαν να πάω στο σπίτι μου. Έχοντας ζήσει λοιπόν αυτό το θαύμα, μετά έλεγα μέσα μου: “Τώρα πρέπει να πάω στην εκκλησία.” Mια μέρα, είχαν αφήσει οι κόρες μου μια εφημερίδα “Χριστιανισμός” επάνω στο τραπέζι και την πήρα και διάβασα την ομολογία. Κι ένας αδελφός ομολογούσε, ότι ο Θεός του είχε μιλήσει με προφητεία μέσα στην εκκλησία και του είχε δώσει απάντηση σε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που είχε. Και είπα τότε: “Αν μιλάει έτσι ο Θεός, θέλω να μιλήσει και σε εμένα.” Πήγα λοιπόν στην εκκλησία, κάθισα πίσω, στα τελευταία θρανία και ήταν ακόμα ώρα προσευχής, δεν είχε ξεκινήσει το κήρυγμα. Και πραγματικά γίνεται μια προφητεία, με το στόμα μιας αδελφής και μου λέει ο Κύριος: “Κόρη μου, ευαρεστούμαι με τον τρόπο που ήρθες ενώπιον Μου. Μείνε κοντά Μου και θα ευλογήσω εσένα και τα παιδιά σου.” Άκουσα, χάρηκα πάρα πολύ κι από τότε ξεκίνησα να πηγαίνω κάθε εβδομάδα. Και μια Κυριακή πρωί, που γινόταν η Θεία Κοινωνία κι έψελναν όλα τα αδέλφια έναν ύμνο που έλεγε: “Απ’ το αίμα, του σταυρού Σου, ω Χριστέ μου ξεκινούν, κύματα Θείας αγάπης, που το σύμπαν συγκλονούν,” συγκλονίστηκε και η καρδιά μου αδελφέ μου, κι έκλαιγα, έκλαιγα, ασταμάτητα.

Αυτή πρέπει να ήταν η αναγέννηση σου;

Ναι, τότε κατάλαβα ότι αυτή είναι η αλήθεια του Θεού κι αποφάσισα κι εγώ να ακολουθήσω. Πέταξα ότι φόραγα, ότι δεν φόραγα, (που δεν ήταν σύμφωνο με το θέλημα του Θεού) και με ελευθέρωσε πλέον ο Κύριος από την αμαρτία. Την επόμενη Τετάρτη, σε ένα σπίτι που είχαμε πάει για προσευχή, μου μιλάει πάλι ο Κύριος με προφητεία, με το όνομα μου αυτή τη φορά, και μου λέει: “Κόρη μου Καλλιόπη, θέλω να κάνεις όλο το θέλημά μου.” Ρώτησα μετά τα αδέλφια και μου λένε: “Το θέλημα του Θεού -αφού πίστεψες- είναι να βαπτιστείς στο νερό.” Δεν τους είπα τίποτε, αλλά είπα στον Κύριο: “Κύριε, όταν είμαι έτοιμη, θέλω να μου το πεις Εσύ.” Εντωμεταξύ, ο Κύριος με είχε ελευθερώσει από το τσιγάρο όταν ήμουνα ακόμα στο νοσοκομείο. Κάπνιζα τότε δύο πακέτα τσιγάρα την ημέρα και ρώτησα κάποια στιγμή τον γιατρό αν μπορώ να καπνίσω ένα τσιγάρο. Μου λέει: “Επειδή κι εγώ καπνίζω και σε καταλαβαίνω, κάπνισε.” Πάω λοιπόν σε ένα παράθυρο, ανάβω ένα τσιγάρο και μόλις ρούφηξα τον καπνό, μου ήρθε τάση για εμετό. Σαν να το δοκίμαζα πρώτη φορά. Λέω: “Θα είναι που δεν έχω καπνίσει τόσες μέρες. Θα καπνίσω όταν θα πάω σπίτι.” Βγαίνω από το νοσοκομείο, πάω σπίτι, φτιάχνω καφέ, ανάβω ένα τσιγάρο και ζαλίστηκα τόσο πολύ, που έβλεπα το σπίτι να πηγαίνει, μια από εδώ, μια από εκεί. Κατάλαβα τότε, ότι ο Κύριος με είχε ελευθερώσει. Γιατί το ζητούσα κι έλεγα: “Αν είσαι ζωντανός Χριστέ μου, ελευθέρωσε με από το τσιγάρο γιατί εγώ δεν μπορώ να το κόψω.” Το τσαλάκωσα το πακέτο, το πέταξα κι από τότε δεν έχω ξανακαπνίσει.

Πόσα χρόνια έχουν περάσει;

Είναι πάνω από τριάντα χρόνια. Ήτανε Τετάρτη λοιπόν όταν ζήτησα από Κύριο να μου πει πότε θα είμαι έτοιμη να βαπτιστώ, Κυριακή ξημερώματα, γύρω στις τρείς η ώρα, νοιώθω μέσα στον ύπνο μου μια γλυκιά παρουσία. Κι ακούω τη φωνή του Κυρίου να μου λέει: “Κόρη μου, είσαι έτοιμη.” Και πραγματικά, βαπτίστηκα εκείνο το πρωί στην εκκλησία του Μενιδίου (χιόνιζε θυμάμαι κιόλας) και αυτή η Κυριακή  ήταν η πιο ευλογημένη μέρα της ζωής μου. Μετά μου λέει ένας αδελφός: “Τώρα ξεκίνα να ζητάς, να βαπτιστείς με Πνεύμα Άγιο.” Ξεκίνησα πράγματι, κι επτά μήνες, μέρα-νύχτα, ζητούσα να βαπτιστώ με Πνεύμα Άγιο. Και μια Κυριακή πρωί, όπως γονατίσαμε στην εκκλησία, πριν από την Θεία Κοινωνία, μου έδωσε τόση δύναμη ο Θεός, που πρέπει να με άκουσε όλο το Μενίδι. Δόξαζα, φώναζα, όμως δεν μίλησα εκείνη την ώρα σε γλώσσες, αλλά μετά από λίγες μέρες, όπου μου έδωσε ο Κύριος ένα χείμαρρο γλωσσών. Ευχαριστώ τον Θεό. Δεν ξέρω αδελφέ μου αν θέλεις να σου πω και κάτι άλλο;

Μπορείς να μας πεις αν θέλεις και κάποιες εμπειρίες σου με τον Θεό.

Αμήν, πολλές εμπειρίες έχω. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε η κόρη μου η μικρή στην εκκλησία, έκανε και δύο παιδιά, όμως δεν πήγε καλά ο γάμος της και τελικά χωρίσανε. Στενοχωρήθηκα τότε πάρα πολύ, έπεσα σε κατάθλιψη και νοσηλεύτηκα κιόλας σαράντα μέρες. Ο Κύριος όμως τελικά με παρηγόρησε και με θεράπευσε, ευχαριστώ τον Θεό. Μετά, παθαίνω ένα εγκεφαλικό, την νύχτα στο κρεβάτι, και καταλαβαίνω ότι πεθαίνω. Βρίσκομαι στον Ουρανό, στην αγκαλιά του Κυρίου και μου λέει ο Κύριος: “Παιδί μου, δεν είναι η ώρα σου να έρθεις εδώ ακόμα.” Με έφερε πάλι κάτω, με έβαλε στο κρεβάτι, με σκέπασε, καθότανε δίπλα μου στην καρέκλα και μου λέει: “Η θεραπεία σου θα είναι σταδιακή.” Και πράγματι, έτσι έγινε και θεραπεύτηκα σιγά-σιγά κι από το πρόβλημα αυτό. Κι άλλες θεραπείες έχω λάβει από τον Κύριο, από σοβαρά ατυχήματα με έχει φυλάξει και Τον ευχαριστώ γιατί μου δίνει χάρη να μένω κοντά Του και να περιμένω κι εγώ την στιγμή του ερχομού Του. Τα σημεία δείχνουν ότι ο Κύριος έρχεται, όμως δεν ξέρουμε την ημέρα και την ώρα γι’ αυτό πρέπει να είμαστε έτοιμοι κάθε λεπτό. Να μπει φόβος μέσα στη καρδιά μας, να προσευχόμαστε, να μένουμε άγρυπνοι στη σκοπιά μας και να περιμένουμε την ώρα του Κυρίου. Ο σκοπός μας και ο στόχος μας είναι αυτός. Εδώ στη γη δεν έχουμε τίποτε πια να μας κρατήσει, το μέλλον μας είναι ο Ουρανός.