Skip to main content

play button christianity Ακούστε | 48kbps | 96kbps |

on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag


Φώτης Μακρής

 «Τι να ανταποδώσω εις τον Κύριον, διά πάσας τας ευεργεσίας αυτού τας προς εμέ; θέλω λάβει το ποτήριον της σωτηρίας και θέλω επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου. Τας ευχάς μου θέλω αποδώσει εις τον Κύριον, τώρα ενώπιον παντός του λαού αυτού». Ψαλμός ρις' 12-14

Η εφημερίδα μας “Χριστιανισμός,” συμπληρώνει φέτος τον Γενάρη 40 χρόνια κυκλοφορίας και -τιμής ένεκεν- θα μας δώσει αυτό το μήνα την μαρτυρία του ο αδελφός μας Φώτης Μακρής. Ένας αφανής εργάτης, όλα αυτά τα χρόνια, μέσα στο έργο της εφημερίδας.

 |  Ομολογίες

 «Τι να ανταποδώσω εις τον Κύριον, διά πάσας τας ευεργεσίας αυτού τας προς εμέ; θέλω λάβει το ποτήριον της σωτηρίας και θέλω επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου. Τας ευχάς μου θέλω αποδώσει εις τον Κύριον, τώρα ενώπιον παντός του λαού αυτού». Ψαλμός ρις' 12-14

Η εφημερίδα μας “Χριστιανισμός,” συμπληρώνει φέτος τον Γενάρη 40 χρόνια κυκλοφορίας και -τιμής ένεκεν- θα μας δώσει αυτό το μήνα την μαρτυρία του ο αδελφός μας Φώτης Μακρής. Ένας αφανής εργάτης, όλα αυτά τα χρόνια, μέσα στο έργο της εφημερίδας.

Αδελφέ Φώτη, με μεγάλη δυσκολία σε πείσαμε να βγεις λίγο από την αφάνεια και θα θέλαμε, μαζί με την ομολογία σου, να μας πεις και κάποια ιστορικά στοιχεία για την εφημερίδα. Είσαι παρών από το πρώτο φύλλο νομίζω;

Από το πρώτο φύλλο σωστά, από τον Ιανουάριο του 1986. Σαν διάκονος που ήμουνα εκείνη την εποχή, στην κεντρική εκκλησία.

Σε τι ηλικία ήσουν τότε;

Τώρα είμαι 78 χρονών, άρα πριν 40 χρόνια ακριβώς, ήμουν 38. Γεννήθηκα το 1947 στην Αθήνα, μέσα σε μια οικογένεια αναγεννημένη και οι γονείς μου πήγαιναν στην εκκλησία της Πεντηκοστής των Κάτω Πετραλώνων, που ήταν ποιμένας ο αδελφός Κωνσταντινίδης. Ένας πολύ καλός αδελφός, που ενδιαφερόταν κι έτρεχε πάντα για το ποίμνιο του. Εγώ, σε νηπιακή ηλικία, αρρώστησα από πολιομυελίτιδα κι έμεινα παράλυτος τελείως. Δεν κινούσα ούτε χέρια, ούτε πόδια. Και όσο περνούσαν οι μέρες, η υγεία μου χειροτέρευε, οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε και είχαν αρχίσει οι δικοί μου να ετοιμάζονται για την κηδεία. Προσευχότανε για μένα βέβαια η εκκλησία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο αδελφός Κωνσταντινίδης έλεγε: “Πάμε να προσευχηθούμε για τον πεθαμένο.” Και όμως ο Θεός, ανέστησε τελικά  τον “πεθαμένο”. Ένα βράδυ, που είχαν κάνει οι αδελφοί νωρίτερα πάλι μια προσευχή, ξαφνικά σηκώθηκα όρθιος, ζήτησα να φάω -ενώ μέχρι τότε δεν μπορούσα να φάω τίποτε- κι από εκείνη την στιγμή έγινα τελείως καλά.

Έγινε δηλαδή ένα θαύμα.

Ένα θαύμα, εκατό τοις εκατό. Αυτό ήταν το πρώτο που έκανε ο Θεός στη ζωή μου. Μετά, σε ηλικία πέντε χρονών, πέφτω στο χωριό του πατέρα μου σε ένα φαράγγι, πενήντα μέτρα βάθος κι έγινε το κεφάλι μου “κόσκινο” πραγματικά από τις πέτρες. Κάποια σημάδια τα έχω ακόμα. Με φύλαξε όμως πάλι ο Κύριος και δεν έπαθα κάτι σοβαρό. Συνέχισε η ζωή, πήγα στο Δημοτικό σχολείο κι εκεί ξεκίνησε ο Θεός να εργάζεται έντονα στην καρδιά μου. Ερχόταν η σκέψη μέσα μου ότι: “Οι γονείς σου είναι πιστοί αλλά εσύ τι κάνεις; Δεν σε δικαιώνει αυτό ενώπιον του Θεού”. Απαντούσα τότε εγώ, πως: “Ναι μεν δεν είμαι τώρα εντάξει με τον Θεό, αλλά θα αντισταθώ όταν έρθει ο Αντίχριστος, δεν θα βάλω το χάραγμα και έτσι θα δικαιωθώ.” Αλλά πάλι ερχόταν ο αντίλογος ότι: “Αν δεν ακολουθείς τον Χριστό τώρα, πως θα Τον ακολουθήσεις τότε; Και ποιός σε βεβαιώνει, ότι θα ζεις εκείνα τα χρόνια του Αντιχρίστου και δεν θα φύγεις πριν από τη ζωή;” Γινόταν πραγματικά ένας πόλεμος μέσα μου, όμως τελικά πήρα μια σταθερή απόφαση και είπα ότι: “Εγώ θα ακολουθήσω στη ζωή μου τον Ιησού Χριστό και δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο.” Σε πολύ μικρή ηλικία όλα αυτά, πρέπει να ήμουν επτά-οχτώ χρονών.

Μάλλον αυτή η ασθένεια που πέρασες, σε έκανε να ωριμάσεις πιο γρήγορα πνευματικά. Βαπτίστηκες στο νερό μετά;

Στο νερό βαπτίστηκα αργότερα, στα 14 μου χρόνια. Είχαμε φύγει πλέον από την εκκλησία των Κάτω Πετραλώνων και πηγαίναμε στην εκκλησία που ήταν πρώτα στη οδό Αιόλου 43 και μετά στην οδό Αιόλου 70. Στην Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής. Στην Αιόλου 43, μαζευόμασταν όλα τα παιδιά μπροστά στον άμβωνα και μας έκανε μάθημα, στο Κυριακό σχολείο, ένας νεαρός τότε αδελφός, ο αδελφός ο Λούης (Λεωνίδας Φέγγος). Ο οποίος έγινε μετέπειτα ο ποιμένας της εκκλησίας και μαζί του, περίπου εκατό αδελφοί, πήγαμε στην οδό Ευπόλιδος το 1965, όπου ξεκίνησε η Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής. Στην οδό Ευπόλιδος, ένιωθες την παρουσία του Θεού πριν ακόμα μπεις στην εκκλησία, από το πεζοδρόμιο, κάτω στην είσοδο. Και αν ερχόσουν μετά τις 7 το απόγευμα που ξεκινούσε η προσευχή, δεν έβρισκες ούτε μαξιλαράκι για να γονατίσεις. Υπήρχε πραγματικά μεγάλη ευλογία και γι’ αυτό σηκώθηκε τότε και μεγάλη αντίδραση από τον εχθρό και κάποιοι μεσολάβησαν, για να μας αφαιρέσει η κυβέρνηση της χούντας, την άδεια λειτουργίας. Έκανε όμως όλη η εκκλησία νηστεία κα προσευχή για τρείς μέρες και ούτε την άδεια μας αφαίρεσαν τελικά ούτε τίποτε. Εγώ ήμουν φαντάρος εκείνη την περίοδο, τον Απρίλιο του 1967 έγινε η χούντα, τον Ιούλιο παρουσιάστηκα.

Θα δυσκολεύτηκες τότε στον στρατό φαντάζομαι. Έγραφε και η ταυτότητα σου: “Χριστιανός της Πεντηκοστής”;

Δυκολεύτηκα πράγματι. Τότε δεν έγραφε η ταυτότητα ακόμα: “Χριστιανός της Πεντηκοστής”, βάζανε οι αρχές: “Χριστιανός Ευαγγελικός.” Όταν πέρασα λοιπόν περιοδεύων, το είδε αυτό ένας συνταγματάρχης -που ήταν φανατικός θρησκευόμενος- κι άρχισε να πηδάει πάνω στην καρέκλα από το κακό του. “Θα δεις τι θα σου κάνω”, μου έλεγε. “Τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις”, του έλεγα εγώ. Δεν το έλεγα με υπερηφάνεια, με πίστη στον Θεό το έλεγα, αλλά είχα και άγνοια κινδύνου όπως λέμε. Και τελικά, φρόντισε αυτός ο άνθρωπος και υπηρέτησα όλη την θητεία μου -27 μήνες- στα σύνορα, στην Ορεστιάδα, σε μονάδα ανεπιθυμήτων. Και στους 27 μήνες,  δικαιούμασταν μόνο τρείς άδειες, από δέκα μέρες η κάθε μια, χωρίς καθόλου οδοιπορικά. Αν και το ταξίδι ως Αθήνα ήταν 26 ώρες με το τρένο. Ο Θεός ήταν πάντα μαζί μου βέβαια και επειδή είχα βγάλει και το Γυμνάσιο, με έβαλαν σε μια αρκετά καλή θέση, στη Διαχείριση της μονάδας.

Το Γυμνάσιο, το εξατάξιο τότε;

Επτατάξιο Γυμνάσιο τέλειωσα γιατί πήγαινα νυχτερινό σχολείο. Από 12 χρονών, μόλις τέλειωσα το Δημοτικό σχολείο, έπιασα αμέσως δουλειά. Σε ένα μεγάλο τυπογραφείο, με 50 άτομα προσωπικό, όπου όλοι εκεί μέσα -νέοι, γέροι- τα είχαν βάλει μαζί μου, μόνο και μόνο επειδή ανήκα σε ένα άλλο χριστιανικό δόγμα. Ο μόνος που ήταν θετικός και είχε δείξει ενδιαφέρον σε αυτά που έλεγα, ήταν ένας μετέπειτα αδελφός μας, ο Βαγγέλης ο Πίτας. Ο οποίος πήγε αργότερα στον Καναδά και γνώρισε εκεί τον Κύριο. Και πως τα έφερε έτσι θαυμαστά ο Θεός, όταν ήταν στον Καναδά, γνώρισε την αδελφή της γυναίκας μου, παντρεύτηκαν κι έτσι γίναμε τελικά και μπατζανάκηδες. Στον στρατό που ήμουνα -για να κλείσουμε την παρένθεση- έρχεται  μια μέρα στο σιδερωτήριο ένας φαντάρος από το δεύτερο γραφείο (φανατικός θρησκευόμενος κι αυτός) και μου λέει επιθετικά: “Είδα στα χαρτιά σου ότι δεν είσαι ορθόδοξος.” Εκείνη την στιγμή, ήρθε μέσα μου η σκέψη (ο Διάβολος πιστεύω πως μου έβαλε αυτόν τον διαλογισμό) να πω ότι: “Απλώς οι γονείς μου είναι σε αυτή την εκκλησία και για αυτό το γράφει στα χαρτιά μου, εγώ δεν ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα”. Όμως δεν θέλησα να πω ψέματα και του λέω: “Ναι, είμαι Χριστιανός του Ευαγγελίου.” Και του είπα μετά και κάποια άλλα πράγματα, τα οποία δεν τα θυμάμαι καθόλου, και σηκώθηκε κι έφυγε κατευθείαν, χωρίς να πει ούτε κουβέντα. Και ούτε κάποιος άλλος τόλμησε να μου ξαναπεί κάτι σχετικό, γιατί εκείνη την ώρα, μας άκουγαν σχεδόν όλοι οι στρατιώτες της μονάδας.

Σου έδωσε ο Κύριος κάποια λόγια δικά Του.

Ναι, κι έκανε μεγάλη χάρη ο Θεός, γιατί ήμουν τότε, στη χειρότερη πνευματική κατάσταση της ζωής μου. Δεν ήμουνα μεν στην αμαρτία, αλλά πνευματικά, όχι απλά είχα κρυώσει, είχα παγώσει θα έλεγα. Ήμουν “υπό το μηδέν”. Μετά από κάποιες μέρες γίνεται συγκέντρωση αξιωματικών και μου λέει ένας δόκιμος: “Στην συγκέντρωση μιλήσαμε για σένα.” Στη Διαχείριση που ήμουνα, είχα και τα κλειδιά της αποθήκης πυρομαχικών και είχε πει στη συγκέντρωση ο διοικητής: “Ευτυχώς που έχουμε τον Μακρή σε αυτή τη θέση κι έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο.” Τότε ξαφνικά, σαν να ξύπνησα από ένα λήθαργο. Κατάλαβα ότι ο εχθρός δεν μπορεί να μου κάνει τίποτε, κατάλαβα ότι ο Θεός είναι μαζί μου κι έγραψα στους δικούς μου και μου έστειλαν μια μεγάλη Αγία Γραφή. Και την είχα μετά, πάνω στο γραφείο μου, στη Διαχείριση και την διάβαζα συνέχεια. Εκείνη την χρονιά, το 1967, έγιναν κάποια γεγονότα στη Κύπρο και είχαμε φθάσει πολύ κοντά σε πόλεμο με την Τουρκία. Είχαμε φύγει λοιπόν από το στρατόπεδο, είχαμε πάει στις θέσεις μάχης και κοιμόμασταν στα αντίσκηνα με 30 πόντους χιόνι. Κι ένα βράδυ ξυπνάω ξαφνικά και καταλαβαίνω ότι μιλάω μέσα στον ύπνο μου σε ξένες γλώσσες. Βγήκα έξω (για να μην ξυπνήσω τον συνάδελφο που κοιμότανε δίπλα) και συνέχισα να μιλάω σε ξένες γλώσσες για αρκετή ώρα. Καταλάβαινα όμως, ότι το Πνεύμα του Θεού μέσα μου έκλαιγε, δεότανε με πόνο. Την άλλη μέρα, με γλύτωσε ο Κύριος από σίγουρο θάνατο. Όπως καθάριζε ένας φαντάρος, απέναντι μου, το όπλο του, είχε ξεχάσει μέσα μια σφαίρα. Και το όπλο εκπυρσοκρότησε και αυτή η σφαίρα πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι μου. Δόξα στον Θεό. Κι άλλες φορές βέβαια φύλαξε ο Κύριος την ζωή μου και θα σου πω ακόμα δύο περιπτώσεις. Ένα καλοκαίρι, κάναμε μαζί με την γυναίκα μου και άλλα δύο αδέλφια (αν θυμάμαι καλά) τον γύρο της Πελοπονήσου.

Δεν είπαμε πότε παντρεύτηκες.

Το 1969 απολύθηκα από τον στρατό και το 1973 παντρεύτηκα με την σύζυγο μου την Αναστασία. Ο Κύριος μάς χάρισε δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι κι έχουμε σήμερα κι ένα εγγονάκι. Ευχαριστούμε τον Θεό. Στον γυρισμό λοιπόν από αυτό το ταξίδι, ήμασταν όλοι πολύ κουρασμένοι κι ενώ εγώ οδηγούσα, οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν μέσα στο αυτοκίνητο. Ένα σκαραβαίο που είχα τότε. Και όπως βγαίνω από την Πάτρα και ετοιμάζομαι να μπω στην  εθνική οδό, ξαφνικά σβήνουν όλα μπροστά μου. Χάνομαι, δεν θυμάμαι καθόλου τι έγινε μετά, και το μόνο που θυμάμαι, είναι να βρίσκομαι στον Ασπρόπυργο. Διακόσια χιλιόμετρα απόσταση και περίπου δύο ώρες ταξίδι. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως έγινε αυτό. Κοιμήθηκα; Σταμάτησε να λειτουργεί το μυαλό μου; Το θέμα είναι, ότι ο Κύριος μάς έφερε πίσω με ασφάλεια και σε ένα πολύ επικίνδυνο δρόμο τότε, την Αθηνών-Πατρών, με πάρα πολλά ατυχήματα. Μια άλλη περίπτωση, ήταν στη Λεωφόρο Θηβών, στο Περιστέρι. Όπως περιμέναμε στο φανάρι, κατεβαίνει ένα αυτοκίνητο κάθετα στη λεωφόρο, με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι έρχεται καταπάνω μας. Αν μας χτύπαγε, θα μας διέλυε τελείως και το αυτοκίνητο κι εμάς. Πως πέρασε το αυτοκίνητο χωρίς να μας ακουμπήσει, δεν εξηγείται. Δεν υπήρχε χώρος ούτε μπροστά μας ούτε πίσω μας. Η μόνη περίπτωση, ήταν να πέρασε από πάνω μας, πράγμα απίστευτο.

Δόξα στον Θεό. Διάκονος πότε έγινες αδελφέ;

Το 1978, μετά που βαπτίστηκα με Πνεύμα Άγιο. Στην οδό Σωκράτους ήταν τότε η εκκλησία και θα γινόταν εκείνη την χρονιά ψηφοφορία για την εκλογή νέων διακόνων (όπως λέει και ο Λόγος του Θεού, στις Πράξεις των Αποστόλων). Ήμουνα κι εγώ λοιπόν, μεταξύ των αδελφών που είχε προτείνει ο αδελφός ο Λούης, όμως δεν πολυήθελα να γίνω διάκονος για να σου πω την αλήθεια. Μάλιστα, είχα πει στους συγγενείς μου να μην με ψηφίσουν στην ψηφοφορία. Και είχα τότε και αρκετούς συγγενείς μέσα στην εκκλησία γιατί ήμασταν πολύτεκνη οικογένεια. Από ότι φαίνεται όμως, άλλο ήθελε ο Θεός, γιατί εκλέχθηκα τελικά σαν διάκονος και μάλιστα βγήκα δεύτερος σε ψήφους. Και έπρεπε  πλέον να πάρω μια απόφαση. Ή να παραιτηθώ κατευθείαν ή εφόσον παραμείνω, να εργαστώ σωστά και πιστά κάθε έργο που θα μου αναθέσουνε. Και τελικά επέλεξα να κάνω το δεύτερο, μέχρι το 2003 που παραιτήθηκα, λόγω κάποιου κωλύματος μέσα από τον Λόγο του Θεού.

Στην εφημερίδα όμως συνεχίζεις να υπηρετείς με πιστότητα μέχρι σήμερα. Πως ξεκίνησε αυτό το έργο, τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;

Η εφημερίδα ξεκίνησε δειλά-δειλά το 1986 και τυπωνότανε θυμάμαι αρχικά στον Πύργο και την έφερναν από εκεί στην Αθήνα. Η πρώτη κυκλοφορία ήταν δέκα χιλιάδες φύλλα, όμως το έργο αυτό ευλογήθηκε και σταδιακά, έφθασε στις εκατόν σαράντα χιλιάδες φύλλα. Μου είχε πει τότε κι εμένα ο αδελφός ο Λούης να βοηθήσω και πράγματι, μαζί με άλλους αδελφούς που ήταν διάκονοι  στην εκκλησία της Αθήνας, αναλάβαμε το διαχειριστικό σκέλος. Την μεταφορά της εφημερίδας, την αποθήκευση και την αποστολή μετά, σε όλη την Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Σε εκκλησίες, αλλά και σε μεμονωμένους συνδρομητές. Είχαμε πολύ λίγους συνδρομητές στο ξεκίνημα, στην πορεία όμως φθάσαμε να έχουμε τρείς χιλιάδες. Μέχρι που το ταχυδρομείο αύξησε πάρα πολύ τις τιμές αποστολής και αναγκαστικά τους μειώσαμε. Πρωτόγονα βέβαια τα μέσα στην αρχή κι ερχόντουσαν θυμάμαι κάποιες αδελφές κι έγραφαν με το χέρι τις διευθύνσεις που την στέλναμε. Από τους διάκονους που ξεκινήσαμε τότε, οι περισσότεροι έφυγαν στην πορεία και πήγανε σε άλλες τοπικές εκκλησίες, κι έχουμε μείνει πλέον σε αυτό το έργο, εγώ και ο αδελφός ο Προκόπης Δημουλής. Και -Θεού θέλοντος- θα συνεχίσω να ασχολούμαι με αυτό το έργο, όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, γιατί είναι κάτι που το έχω αγαπήσει τόσα χρόνια.

Δόξα στον Θεό, είσαι ακόμα ακμαιότατος. Θυμάσαι να μας πεις κάποια ιστορία χαρακτηριστική;

Θυμάμαι ότι υπήρχε πολλές φορές δυσκολία οικονομική. Και κάποια στιγμή, είχα εδώ στο γραφείο δύο εφημερίδες (δύο μηνών εφημερίδες δηλαδή) και δεν μπορούσα να τις στείλω, γιατί δεν υπήρχαν τα χρήματα. Σκέφτηκα τότε να πω στον αδελφό Λούη να την σταματήσουμε την εφημερίδα, γιατί αφού δεν μπορούσαμε να την στείλουμε, δεν υπήρχε και λόγος να την βγάζουμε. Επιχείρησα λοιπόν τρείς φορές να του μιλήσω, πριν από το κήρυγμα, αλλά και τις τρείς φορές δεν μπόρεσα γιατί ήταν απασχολημένος. Εντωμεταξύ, εκείνη την εποχή, κάθε Κυριακή βράδυ, στην εκκλησία της Αθήνας είχε ομολογίες. Κάνει λοιπόν μια Κυριακή ομολογία ένας αδελφός και λέει: “Μου έδωσαν στον δρόμο μια εφημερίδα “Χριστιανισμός”, την διάβασα και πίστεψα.” Λέω: “Συμπτωματκό ήτανε.” Την δεύτερη Κυριακή, άλλη ομολογία, κάποιος που πίστεψε κι αυτός από την εφημερίδα. Πάλι λέω: “Εντάξει, έτυχε.” Ήμουν αυτό που λέμε: “Άπιστος Θωμάς.” Την τρίτη Κυριακή, ξανά ομολογία, κάποιος που ήρθε στην εκκλησία μέσω της εφημερίδας. Εκεί πλέον είπα στον εαυτό μου: “Φώτη, κλείσε το στόμα σου και μη μιλάς, γιατί αυτό είναι ένα έργο Θεού και ποιός είσαι εσύ που θα πεις να σταματήσει;” Και δόξα στον Θεό, η εφημερίδα συνέχισε και συνεχίζει. Πλέον κυκλοφορεί σε 27.000 φύλλα, όμως  πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα ένα ενδιαφέρον από τους ανθρώπους, που εμείς δεν το βλέπουμε πολλές φορές.

Βέβαια, παλιότερα η εφημερίδα ήταν το μόνο μέσον ευαγγελισμού, σήμερα είναι το ραδιόφωνο, το ίντερνετ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης...

Είναι πάρα πολλά σήμερα τα μέσα, πράγματι. Και πιστεύω ότι συμπληρώνει το ένα το άλλο γιατί όλα χρειάζονται και όλα έχουν τον ρόλο τους. Η σημαντική διαφορά όμως της εφημερίδας με τα άλλα μέσα, είναι η προσωπική επαφή με τους ανθρώπους, καθώς μοιράζεται στους δρόμους και στις πλατείες. Και είναι κάτι πολύ σημαντικό η προσωπική επαφή και κάτι που έχει χαθεί γενικά στις μέρες μας. Και να πούμε και κάτι ακόμα. Ο χαρακτήρας και το περιεχόμενο της εφημερίδας πρέπει να είναι ευαγγελιστικός. Ο σκοπός της, είναι να την διαβάσουν εκείνοι που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα τον Θεό, ώστε να Τον γνωρίσουνε.

Αμήν. Και μιας και το ανέφερες, πες μας αδελφέ αν θέλεις κι ένα ευαγγελιστικό μήνυμα για το τέλος.

Θα σου πω ένα μήνυμα για την αρχή πρώτα. Είναι στον 116 ψαλμό, στο δώδεκα εδάφιο και λέει: “Τι να ανταποδώσω εις τον Κύριο δια πάσας τας ευεργεσίας αυτού τας προς εμέ;” Ευχαριστώ πάρα πολύ τον Θεό, γιατί πραγματικά είναι άπειρες οι ευεργεσίες Του στη ζωή μου, μόνο λίγες είπαμε σήμερα, ενδεικτικά. Και για το τέλος, θα σου πω κάτι, που είχε μιλήσει κάποτε και στη δικιά μου την καρδιά και είναι στο 27ο κεφάλαιο του Ματθαίου, στο είκοσι δύο εδάφιο. Όπου λέει ο Πιλάτος: “Τι λοιπόν να κάμω τον Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;”  Πιστεύω πως αυτό το ερώτημα πρέπει να υπάρχει μέσα σε κάθε καρδιά και το ερώτημα είναι: Τι σκοπεύεις να κάνεις με τον Χριστό στη ζωή σου; Να Τον απορρίψεις ή να Τον δεχτείς; Να Τον ακολουθήσεις ή να φύγεις μακριά Του; Να σωθείς ή να απωλεστείς; Είναι αποκλειστικά στο χέρι σου, γιατί όπως λέει ο Λόγος του Θεού: “Έθεσα ενώπιόν σας την ζωήν και τον θάνατον, την ευλογίαν και την κατάραν· διά τούτο εκλέξατε την ζωήν, διά να ζείτε”.