Skip to main content

play button christianity Ακούστε | 48kbps | 96kbps |

on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag


Άγγελος Καγιαλίκος

”Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί προς ταύτα; Εάν ο Θεός ήναι υπέρ ημών, τις θέλει είσθαι καθ' ημών;  Επειδή όστις τον ίδιον εαυτού Υιόν δεν εφείσθη, αλλά παρέδωκεν αυτόν υπέρ πάντων ημών, πως και μετ' αυτού δεν θέλει χαρίσει εις ημάς τα πάντα;” Προς Ρωμαίους η΄31-32.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Άγγελος Καγιαλίκος.

 |  Ομολογίες

”Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί προς ταύτα; Εάν ο Θεός ήναι υπέρ ημών, τις θέλει είσθαι καθ' ημών;  Επειδή όστις τον ίδιον εαυτού Υιόν δεν εφείσθη, αλλά παρέδωκεν αυτόν υπέρ πάντων ημών, πως και μετ' αυτού δεν θέλει χαρίσει εις ημάς τα πάντα;” Προς Ρωμαίους η΄31-32.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Άγγελος Καγιαλίκος.

Αδελφέ Άγγελε, πιστεύω ότι έχεις αρκετά να μας πεις, έχεις πολλά χρόνια πίσω σου και ηλικιακά αλλά και σαν χριστιανός...

Πράγματι. Ότι μας δώσει όμως ο Κύριος θα πούμε σήμερα. Κατ’ αρχήν να πω ότι γεννήθηκα το 1940 στο νησί, στη Λήμνο, από όπου και κατάγομαι. Ο πατέρας μου ήτανε τότε στην αντίσταση, τον κυνηγούσανε και για αυτό μας έστειλε εμάς στη Ραφήνα και αργότερα ήρθε κι εκείνος και μας βρήκε. Ήμασταν μια οικογένεια πολυμελής, με επτά παιδιά, οπότε μεγαλώσαμε πολύ φτωχικά αλλά και χαρούμενα μπορώ να πω. Κοιτούσαμε όλη μέρα πως να τρέξουμε, να σκαρφαλώσουμε στα δέντρα, να παίξουμε, δεν αισθανόμασταν την φτώχεια μας. Δυστυχώς όμως, όταν ήμουν οχτώ χρονών, η μητέρα μας αρρώστησε και πέθανε κι εκεί αρχίσανε οι δυσκολίες. Έτρεχα από εδώ κι από εκεί, πότε να μαζέψω χόρτα, πότε να πουλήσω εφημερίδες, πότε να πουλήσω λαχεία, πότε να γεμίσω κανένα τσουβάλι κουκουνάρια για προσάναμα και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να επιζήσουμε. Κι όταν ερχόταν το καραβάκι από την Άνδρο στη Ραφήνα, πηγαίναμε να κουβαλήσουμε τις βαλίτσες από τους ταξιδιώτες για να μας δώσουν κανένα χαρτζιλίκι. Μου άρεσε όμως πάντα να εργάζομαι και κατέληξα τελικά σε μια ταβέρνα γκαρσονάκι, βοηθός σερβιτόρου θα λέγαμε σήμερα.

Μέσα στον αγώνα αυτόν της επιβίωσης, υπήρχε καθόλου ο Θεός, υπήρχε κάποια προσευχή;

Όχι, δεν γνώριζα τότε κάτι περί Θεού. Απλώς φοβόμουνα, σεβόμουνα. Το μόνο που θυμάμαι, είναι ότι μια Μεγάλη Παρασκευή, με έπιασε μια συγκίνηση, μια κατάνυξη και άρχισα να κλαίω χωρίς να ξέρω κι εγώ γιατί. Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή μπήκε στη καρδιά μου να μπαρκάρω, να δουλέψω στα καράβια. Μου είχαν πει  ότι βγάζεις αρκετά χρήματα, μου άρεσε πολύ και η θάλασσα και πήγα κι έβγαλα το ναυτικό φυλλάδιο. Δεν είχα όμως κάποιον να με βοηθήσει, να με συστήσει. Ώσπου ένα βράδυ, στο ταβερνάκι που δούλευα, έρχεται για να φάει ένας κύριος με τη παρέα του. Και ο σερβιτόρος -που γνώριζε καλά τους πελάτες- μου λέει: “Αυτός είναι διευθυντής στην εταιρεία του Γουλανδρή, του εφοπλιστή.” Μόλις το άκουσα, δεν ντράπηκα καθόλου (είχα πολύ θάρρος, μιας και ήμουν από μικρός στη βιοπάλη) και πήγα κατευθείαν και του είπα: “Θέλω να μπαρκάρω, μπορείτε να με βοηθήσετε;” Με κοίταξε εκείνος και γέλασε, δεν είπε τίποτε. Όταν όμως ήρθε η ώρα να πληρώσει, με φώναξε, μου έδωσε ένα χαρτάκι και μου λέει: “Θα πας σε αυτή την διεύθυνση στον Πειραιά και θα πεις ότι σε έστειλα εγώ.”

Σου έδωσε κάποιο συστατικό σημείωμα;

Ναι, ακριβώς. Πήγα λοιπόν την άλλη μέρα και είχε μια ουρά μέχρι έξω, από ανθρώπους που ζητούσανε δουλειά. Ήταν μεγάλη η ανεργία τότε, και στα καράβια ακόμα. Δίστασα λίγο, αλλά επειδή είχα το θράσος, δεν κάθισα να περιμένω αλλά τους προσπέρασα όλους και πήγα κατευθείαν και χτύπησα την πόρτα. Βγαίνει μια γραμματέας και μου λέει: “Γιατί χτυπάτε, δεν μπορείτε να περιμένετε;” Της λέω: “Αυτό μου το έδωσε ο κύριος Τάδε.”  Το είδανε, με βάλανε μέσα και μου είπανε ότι: “Την άλλη εβδομάδα θα είσαι με το φυλλάδιο σου και τα πράγματα σου στο Πέραμα, σε αυτό το καράβι για να μπαρκάρεις.”  Πήγα λοιπόν, ήταν ένα “Λίμπερτυ” και ξεκινήσαμε για Αμερική. Χαρά εγώ, πέταγα πραγματικά. Εντωμεταξύ, τρώγαμε καλά μέσα στο καράβι, κάθε μέρα πρωινά με μαρμελάδες, δεν τα είχα ξαναδεί στη ζωή μου αυτά τα πράγματα. Φθάνουμε στο πρώτο λιμάνι, στη Καλιφόρνια κι όπως καθόμουνα στη σκάλα και φύλαγα μην μπούνε διάφοροι μέσα, έρχεται ένας με μια τσάντα και μου λέει: “Είμαι μάρτυρας του Ιεχωβά.” Χωρίς να ξέρω εγώ τότε από δόγματα και τέτοια πράγματα τον έδιωξα κατευθείαν. Έρχεται μετά ένας άλλος άνθρωπος, ηλικιωμένος, με ένα σάκο στην πλάτη. Του λέω: “Τι θέλετε εσείς;” Μου λέει: “Εγώ πουλάω ρούχα.Και κηρύττω το Ευαγγέλιο.”

Ελληνικά μιλούσατε;

Ναι, Έλληνες ήτανε αυτοί οι άνθρωποι, Ελληνοαμερικάνοι. Αυτή η λέξη που μου είπε: “Ευαγγέλιο” μου άρεσε πάρα πολύ, άγγιξε μέσα την καρδιά μου. Τον άφησα, μπήκε στην τραπεζαρία, πούλησε κάποια ρούχα στους ναύτες και μετά μου λέει: “Θέλεις να έρθεις από το μαγαζί μου για να μιλήσουμε;” Άλλο που δεν ήθελα εγώ, να βγω έξω να κάνω καμιά βόλτα και πήγα μαζί με άλλα δύο παιδιά από το καράβι. Είχε ένα μεγάλο μαγαζί, καθίσαμε, μας έφτιαξε καφέ κι άρχισε να μας λέει για τον Χριστό. Ότι σταυρώθηκε για εμάς, ότι πήρε πάνω στον σταυρό όλες τις αμαρτίες μας... Μας είπε πολλά πράγματα που δεν τα θυμάμαι ακριβώς αλλά που μου άρεσαν τότε πάρα πολύ και μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση.

Και που μάλλον δεν τα είχες ξανακούσει.

Και που δεν τα είχα ξανακούσει ποτέ, παρόλο που λέγαμε ότι είμαστε χριστιανοί. Εκείνη την στιγμή, ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου. Πέρασε ο καιρός, τέλειωσε αυτό το μπάρκο και πήγα μετά σε ένα άλλο καράβι. Και όπως καθίσαμε μια μέρα στη τραπεζαρία να φάμε, ακούω τους άλλους ναυτικούς να λένε: “Έρχεται ο παπάς, έρχεται ο παπάς”. Και γελάγανε. Απόρησα εγώ, ποιός είναι αυτός ο παπάς, και βλέπω να έρχεται εκείνη την στιγμή, ο αδελφός ο Γιώργος ο Βαγιανός. Ο οποίος ήταν ο μαρκόνης στο πλοίο, ο ασυρματιστής κι επειδή μιλούσε σε όλους για τον Χριστό, τον κορόιδευαν και τον έλεγαν: “ο παπάς.” Όμως όταν χρειαζόντουσαν κάτι στα λιμάνια -επειδή δεν ήξεραν εκείνοι Αγγλικά- τον παρακαλούσαν να τους βοηθήσει. “Θα μας πάτε κύριε Γιώργο στον γιατρό;” του έλεγαν και ο αδελφός πάντα ευγενικός, τους εξυπηρετούσε. Δεν μου άρεσε εμένα αυτό που έκαναν και σε συζητήσεις πάντοτε τον υπερασπιζόμουνα, ώσπου κάποιο απόγευμα έρχεται ένας ναύτης και μου λέει: “Σε θέλει ο μαρκόνης να πας στην καμπίνα του.” Πήγα λοιπόν κι όπως άνοιξα την πόρτα, τον είδα να κάθεται στον καναπέ, με μια κιθάρα και να ψέλνει. Κάθισα κι εγώ και άρχισε να μου μιλάει για τον Χριστό. Κάθε τι που μου έλεγε το μετρούσα, και σε κάποια στιγμή που μου λέει: “Ο Χριστός σε αγαπάει και σε περιμένει” του λέω: “Κάτσε ρε Γιώργο, να γυρίσουμε αλλιώς την πλάκα...” (Μίλαγα λίγο μάγκικα τότε) “...εμένα αγαπάει που παίρνω δέκα λίρες τον μήνα ή εσένα που παίρνεις τριακόσιες; Εσένα αγαπάει.” Γιατί εκείνος ήταν ασυρματιστής, εγώ δεν ήμουν ούτε ναύτης ακόμα, ήμουν “τζόβενο”, έτσι μας λέγανε. Γέλασε ο αδελφός και μου λέει: “Κι εμένα αγαπάει κι εσένα αγαπάει και σε καλεί για να Τον γνωρίσεις.” Έφυγα μετά, με αυτή την αμφιβολία μέσα μου, όμως αυτός ο άνθρωπος πραγματικά είχε μπει στη καρδιά μου. Γλυκομίλητος, πράος, ποτέ δεν τον άκουσα να μιλάει σε κάποιον άσχημα...

Διαφορετικός από τους άλλους.

Τελείως διαφορετικός από τους άλλους. Πήγαινα συχνά, τον έβρισκα, συζητούσαμε και κάποια στιγμή μου λέει: “Θέλεις να γονατίσουμε να προσευχηθούμε;” Πράγματι γονατίσαμε και άρχισε ξαφνικά να μιλάει σε ξένες γλώσσες και να δοξάζει τον Θεό. Τρόμαξα τότε λίγο εγώ και από την μια ήθελα να φύγω, από την άλλη, κάτι με κράταγε γιατί μου άρεσε να τον ακούω. Ήμασταν  στον Καναδά εκείνες τις μέρες και φορτώναμε το καράβι και μου πρότεινε να πάμε μια μέρα μαζί στην εκκλησία. Γιατί είχε βρει μια εκκλησία εκεί και πήγαινε. “Θα δούμε” του είπα, για να τον αποφύγω, μετά από λίγες μέρες όμως, πήρα ένα γράμμα από το σπίτι που με στενοχώρησε πάρα πολύ. Θυμήθηκα τότε αυτό που μου είχε πει για την εκκλησία και πήγα και τον βρήκα εγώ και του πρότεινα να πάμε. Ξαφνιάστηκε, δεν το περίμενε, ντύθηκε γρήγορα και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία της Πεντηκοστής στο Βανκούβερ. Πάνω από δύο χιλιάδες άτομα ήτανε μέσα και καθόντουσαν από την μια μεριά όλοι οι άνδρες κι από την άλλη μεριά όλες οι γυναίκες, με μαντήλια στο κεφάλι τους. Και τα πρόσωπα τους έλαμπαν. Μόλις είδα αυτό το θέαμα, είπα στον εαυτό μου: “Άγγελε, είσαι κατσίκι.”

Είδες μέσα στην εκκλησία τους αδελφούς, τα “πρόβατα” και κατάλαβες την διαφορά;

Δεν ξέρω γιατί το είπα, βγήκε από μέσα μου. Και ούτε είχα διαβάσει ακόμα τον Λόγο του Θεού, που λέει ο Χριστός για τα πρόβατα και τα κατσίκια. Ακούσαμε το κήρυγμα (μου μετέφραζε ο αδελφός) μου άρεσε πάρα πολύ και ξαναπήγαμε μετά κι άλλες φορές. Κάτι γινότανε μέσα μου, άλλαζα σαν άνθρωπος και θυμάμαι μια μέρα που κόψαμε την βασιλόπιτα στο καράβι, μου λέει ο καπετάνιος: “Πάρε το κομμάτι σου,” και του λέω: “Δεν το θέλω, δεν τα πιστεύω αυτά τα πράγματα, εγώ πιστεύω στο Ευαγγέλιο.” Και θύμωσε τότε και το πέταξε το κομμάτι μακριά. Ήταν ένας πολύ σκληρός άνθρωπος, ο καπετάν Αντώνης Χαζάπης, ο οποίος όμως γνώρισε κι εκείνος αργότερα τον Χριστό. Εν πάση περιπτώσει, πέρασε ο καιρός, συμπλήρωσα τα δύο χρόνια που ήταν τότε το μπάρκο και δικαιούμουν μετά εισιτήρια για να πάω σπίτι μου. Και αποφάσισα πλέον να μην ξαναμπαρκάρω, αλλά με κάτι χρηματάκια που είχα μαζέψει, αγόρασα ένα κυλικείο στον Πειραιά, σε ένα κτίριο με γραφεία. Και δούλευα πολύ καλά. Εντωμεταξύ, με είχε αγγίξει μεν ο Θεός, αλλά δεν είχα ξεδιαλύνει μέσα μου, το τι είναι αμαρτία και τι δεν είναι. Έλεγα: “Δεν είναι αμαρτία να καπνίζεις και κανένα τσιγαράκι, δεν είναι αμαρτία να πας στο γήπεδο να δεις την ομάδα σου, δεν είναι αμαρτία το ένα, δεν είναι αμαρτία το άλλο...” και είχα φτιάξει τελικά μια δικιά μου θρησκεία, όπου ήμουνα πιστός μεν, αλλά ζούσα τη ζωή του κόσμου. Ώσπου έρχεται ένα πρωινό, που έχουν παραγγείλει σε κάποιον όροφο καφέδες, τους έχω βάλει στον δίσκο για να τους πάω, και με το άλλο χέρι κρατάω το τσιγάρο. Κι όπως ανοίγω την πόρτα για να μπω στο ασανσέρ, βλέπω ξαφνικά μπροστά μου τον αδελφό τον Γιώργο. Ντράπηκα εκείνη την στιγμή πάρα πολύ για το τσιγάρο και το έβαλα όπως ήταν αναμένο στην τσέπη για να μην το δει. Μέχρι που κάηκα τελικά. Εκείνος το κατάλαβε βέβαια, με σοφία όμως δεν μου είπε τίποτε.

Όσο ήσουν στο καράβι δεν κάπνιζες;

Στο καράβι που ήμασταν μαζί με τον αδελφό, το είχα κόψει το τσιγάρο, δεν κάπνιζα καθόλου. Αγκαλιαστήκαμε, χαρήκαμε που ξαναβρεθήκαμε και με ρώτησε αν πηγαίνω σε κάποια εκκλησία. Εγώ τώρα, τι να του πω; Και του λέω: “Πάω σε αυτή την εκκλησία που είναι στα Πετράλωνα.” Γιατί όπως πήγαινα με το τρένο από την Αθήνα στον Πειραιά, πέρναγα απέξω από την εκκλησία της Πεντηκοστής των Κάτω Πετραλώνων και είχα δει την ταμπέλα. Δεν είχα πάει ποτέ βέβαια. Κατάλαβε ο αδελφός ότι του λέω ψέματα και μου λέει: “Θα περάσω αύριο να σε πάρω να πάμε μαζί σε μια εκκλησία”. Και με πήγε στην οδό Ευπόλιδος, που ήταν η πρώτη Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής. Εκεί πλέον άλλαξε τελείως η ζωή μου. Ξεκίνησα να πηγαίνω στα κηρύγματα και πολύ γρήγορα έφυγε και το τσιγάρο, έφυγαν όλα και βαπτίστηκα στο νερό. Ένα πράγμα όμως είχε μείνει. Φόραγα στο λαιμό μια χρυσή αλυσίδα και στο χέρι, στο μικρό δακτυλάκι, ένα δακτυλίδι με μια κόκκινη πέτρα. Το “δαχτυλίδι της μαγκιάς” όπως το λέγαμε τότε. Πριν μπω στην εκκλησία τα έβγαζα, τα έκρυβα στη τσέπη και μετά τα ξανάβαζα. Και μια Κυριακή πρωί, όπως είχα κάνει το ίδιο πράγμα και μπήκα στην εκκλησία, λέει ο αδελφός ο Λούης από τον άμβωνα: “Αν κι εσύ ξέρεις καλά να υποκρίνεσαι, μάθε ότι από τον Θεό δεν μπορείς να κρυφτείς.”

Το είπε χωρίς να ξέρει τίποτε;

Χωρίς να ξέρει ο αδελφός τίποτε, μόνο εγώ το ήξερα. Ο Θεός μου μίλησε εκείνη την στιγμή, το κατάλαβα, πήγα τα πέταξα όλα στα σκουπίδια και ελευθερώθηκα και από αυτό. Ήρθε μετά η στιγμή για να παντρευτώ. Ήταν κάτι που το ήθελα, το είχα ανάγκη και προσευχήθηκα στον Θεό για να μου δείξει ποιά κοπέλα είναι η κατάληλη για μένα. Και το ίδιο βράδυ, βλέπω στον ύπνο μου, την σημερινή γυναίκα μου την Μαρία. Αυτό ήτανε, από εκεί και πέρα ήμουνα σίγουρος ότι αυτή η κοπέλα είναι για μένα και δεν κοιτούσα καμία άλλη. Το είπα στους πρεσβύτερους της εκκλησίας και μου λένε: “Θα της το πούμε, αλλά να ξέρεις ότι έχουν ενδιαφερθεί και άλλοι για αυτή την κοπέλα.” Τους λέω: “Δεν με νοιάζει καθόλου ποιός έχει ενδιαφερθεί, εγώ είμαι σίγουρος ότι μου μίλησε ο Κύριος.” Περίμενα μετά μια απάντηση, πέρασε μια εβδομάδα, πέρασαν δύο εβδομάδες, πέρασαν τρείς εβδομάδες, και “ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόαση”. Ώσπου την τέταρτη εβδομάδα, χτυπάει ένα πρωί το τηλέφωνο στο κυλικείο, το σηκώνω και μου λέει: “Είμαι η Μαρία.” Της λέω: “Εντάξει, δεν χρειάζεται να πεις κάτι άλλο, κατάλαβα, απάντησε ο Κύριος.” Δώσαμε λόγο αμέσως, παντρευτήκαμε και πράγματι ήταν από τον Θεό, γιατί η γυναίκα μου με βοήθησε πάρα πολύ στη ζωή μου. Και δεν μου έδωσε απλώς μια καλή κοπέλα ο Κύριος, αλλά μου έδωσε και μια καλή οικογένεια χριστιανική, τους γονείς της, που με στηρίξανε πάρα πολύ πνευματικά. Μετά ήρθε η στιγμή να βαπτιστώ με Πνεύμα Άγιο. Η αλήθεια είναι, ότι είχα τότε κάποιες αμφιβολίες μέσα μου.

Είχες αμφιβολία αν δίνεται και σήμερα στον άνθρωπο;

Όχι ακριβώς. Έλεγα μήπως δεν είναι για όλους, μήπως είναι ειδικά για κάποιους αδελφούς.Τι έγινε όμως; Στον Καναδά, με είχε πάει ο αδελφός Γιώργος σε μια χριστιανική συνάθροιση που ήταν μαύροι, ιθαγενείς κι εκεί είχα ακούσει έναν ύμνο εν Πνεύματι με έναν ρυθμό πολύ ιδιαίτερο. Το είχα εξουθενήσει όμως μέσα μου, είχα σκεφτεί ότι ήταν κάτι δικό τους, ανθρώπινο.Κι ένα βράδυ, στην εκκλησία, πληρώνεται με Πνεύμα Άγιο μια αδελφή δίπλα μου κι αρχίζει να ψέλνει εν Πνεύματι. Μου φάνηκε γνώριμη η μελωδία και ο ρυθμός και τότε θυμήθηκα ότι ήταν ακριβώς ο ίδιος ύμνος που είχα ακούσει στον Καναδά. Συγκλονίστηκα, αυξήθηκε πάρα πολύ η πίστη μου και μετά από λίγες μέρες βαπτίστηκα με Πνεύμα Άγιο, μια Παρασκευή βράδυ στην εκκλησία, στην οδό Σωκράτους που ήμασταν τότε. Από εκείνο το βράδυ και μετά, αισθανόμουν έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Έναν άνθρωπο, ο οποίος ελεγχότανε, για οτιδήποτε δεν ήταν αρεστό ενώπιον του Θεού. Ήτανε πολύ ευλογημένα τότε στην εκκλησία τις Παρασκευές, που είχαμε μόνο προσευχή κι έκανα εγώ ένα μεγάλο λάθος. Να πούμε και για τα λάθη μας. Επειδή είχα πολλή δουλειά κάθε Παρασκευή, κι έχανα πολλές φορές την προσευχή, πήρα απόφαση να πουλήσω το κυλικείο. Έστειλε τότε ο Θεός έναν σοφό αδελφό (τον αδελφό Μενεξή που είναι τώρα στον Ουρανό) και μου λέει: “Μην το πουλήσεις αδελφέ το κυλικείο, κράτα το να ζήσεις την οικογένεια σου και ο Θεός θα βρει τρόπο να πηγαίνεις και στην εκκλησία.” Δεν τον άκουσα όμως, το πούλησα, τα λεφτά τελείωσαν γρήγορα, δουλειά σταθερή δεν είχα, έκανα μεροκάματα όπου έβρισκα και ήρθαμε κάποια στιγμή σε μεγάλη δυσκολία. Ευτυχώς, στάθηκε τότε όπως έπρεπε η γυναίκα μου -δεν άρχισε να γκρινιάζει και να με κατηγορεί όπως θα έκαναν άλλες γυναίκες- αλλά με πίστη, με αγάπη, με παρηγορούσε και ήρθε η ώρα που ο Θεός μας ευλόγησε. Ξεκίνησα να δουλεύω με έναν αδελφό που είχε πάγκο στην λαϊκή αγορά, έμαθα καλά την δουλειά και κάποια στιγμή αργότερα μπόρεσα κι έβγαλα δική μου άδεια. Από εκεί και πέρα μπήκαν όλα σε μια σειρά και με βοήθησε ο Κύριος κι έφτιαξα και το σπίτι μου. Είχα μαζέψει λίγα χρήματα αλλά δεν έφταναν και μου λέει τότε ένας αδελφός που ήταν εργολάβος: “Αγόρασε εσύ τα τούβλα, εγώ θα στο χτίσω και με ξεπληρώνεις σιγά-σιγά.” Με το που ξεκίνησε να χτίζει, άρχισα να έχω τόση πολλή δουλειά στη λαϊκή, ώστε μέχρι να τελειώσει τον είχα εξοφλήσει κιόλας. Το ίδιο έγινε και με τα σοβαντίσματα, το ίδιο έγινε και με όλα και χτίστηκε έτσι όλο το σπίτι, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να χρωστάω πουθενά ούτε μια δραχμή.

Και να πούμε, ότι ο Θεός φροντίζει για όλες τις ανάγκες του πιστού ανθρώπου, όχι μόνο τις πνευματικές αλλά και τις υλικές.

Αμήν. Και τα έφερε όλα, τόσο καλά ο Θεός στη ζωή μου, που μπορώ να πω ότι δεν έχω κανένα παράπονο. Μας χάρισε τέσσερα παιδιά, δεκατρία εγγόνια, οχτώ δισέγγονα και έπεται συνέχεια, έρχονται κι άλλα δισέγγονα. Και αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένος, που συνιστώ σε όλους τους νέους να κάνουν οικογένεια, μαζί με τον Χριστό όμως. Ο κόσμος δεν προσφέρει τίποτε, παρά μόνο αμαρτία, φθορά και κακία, ο Χριστός είναι Εκείνος που σώζει και ευλογεί τον άνθρωπο, όταν Τον επικαλείται και όταν Τον εμπιστεύεται. Είμαι μάρτυρας σε αυτό, γιατί το έζησα, και πλέον δεν θέλω κάτι άλλο, είμαι έτοιμος να φύγω από αυτή την ζωή, για την Ουράνια βασιλεία. Να πω κλείνοντας ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον Θεό. Γιατί ήμουν ανάξιος, βρισκόμουν μέσα στα σκουπίδια του κόσμου και ήρθε, με έβγαλε, μου έδωσε αιώνια ζωή, με ευλόγησε, με έκανε οικογενειάρχη, με αξίωσε να Τον υπηρετήσω, και πραγματικά, μπορώ με παρρησία να πω, ότι μου χάρισε ο Κύριος ΤΑ ΠΑΝΤΑ.