Skip to main content
play button christianity Ακούστε  |  48kbps  |  96kbps  |
on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag


Σάκης Σαμαρτζής και Σάσα Σαρρή

Αυτό το μήνα, θα μας δώσουν την μαρτυρία τους για τον Χριστό, τα αδέλφια μας Σάκης Σαμαρτζής και Σάσα Σαρρή από την εκκλησία της Κηφισιάς.

 |  Ομολογίες

Αυτό το μήνα, θα μας δώσουν την μαρτυρία τους για τον Χριστό, τα αδέλφια μας Σάκης Σαμαρτζής και Σάσα Σαρρή από την εκκλησία της Κηφισιάς.

Αδελφέ Σάκη, ξέρω ότι ο Θεός έχει εργαστεί πολύ όμορφα στη ζωή σας και σας έχει ενώσει με την αδελφή Σάσα. Ας ξεκινήσουμε με την δική σου μαρτυρία και στην πορεία θα μπει κι εκείνη στην κουβέντα μας.

Αμήν, ευχαριστούμε τον Θεό. Ονομάζομαι λοιπόν Σάκης (Διονύσης) Σαμαρτζής, έχω γεννηθεί στην Αθήνα το 1969, και είμαι το δεύτερο μέλος μιας τετραμελούς οικογένειας. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι πιστοί, αναγεννημένοι, πήγαιναν στην Ελευθέρα Ευαγγελική Εκκλησία, οπότε είχα την ευλογία να μεγαλώσω σε ένα χριστιανικό περιβάλλον. Όμως σε ηλικία έξι μηνών σταμάτησα να παίρνω βάρος και να τρώω και διαγνώστηκα με Μεσογειακή αναιμία. Αυτή είναι μια ασθένεια -για όσους δεν γνωρίζουν- που ο οργανισμός δεν παράγει αίμα. Έπρεπε λοιπόν, από τα παιδικά μου χρόνια, να βρίσκομαι κάθε δέκα μέρες στο Νοσοκομείο Παίδων ώστε να κάνω μεταγγίσεις. Η χάρη του Κυρίου όμως ήταν πάντα μαζί μας. Θυμάμαι την μητέρα μου να είναι συνεχώς δίπλα μου στο κρεβάτι του νοσοκομείου, με την Αγία Γραφή στα χέρια, και να μου διαβάζει τις ωραίες ιστορίες που γράφει μέσα ο Λόγος του Θεού. Και καθώς διαβάζαμε την Αγία Γραφή και προσευχόμασταν, ούτε που καταλαβαίναμε πως πέρναγαν οι ώρες κι ερχόταν η στιγμή για να βγούμε από το νοσοκομείο.

Δηλαδή, βλέπουμε ότι η μητέρα σου κρατήθηκε στην πίστη, παρόλη αυτή την δοκιμασία.

Κρατήθηκε στην πίστη κι ακόμα κρατιέται. Το ίδιο και ο πατέρας μου, μόνο που εκείνος έχει αναχωρήσει πλέον για τον Κύριο. Ήταν και οι δύο πολύ πιστοί άνθρωποι, το σπίτι μας στο Χαλάνδρι ήταν μεσοτοιχία με την Ευαγγελική εκκλησία και ήταν συνέχεια γεμάτο με αδελφούς. Τα καλοκαίρια πάντα πηγαίναμε στην χριστιανική κατασκήνωση στο Σούνιο -αυτές ήταν οι διακοπές μας- και τα χρόνια κυλούσανε ήρεμα και ανέμελα μπορώ να πω. Όταν έφθασα όμως στην ηλικία των 16 χρονών και ξεκίνησε η εφηβεία, άρχισα να απομακρύνομαι λίγο από τον Θεό. Γιατί δεν είχαμε νεολαία στην εκκλησία και οι φίλοι μου και οι συναναστροφές μου ήταν μόνο από το σχολείο και από την γειτονιά. Ξεκίνησα να δουλεύω τότε σε ένα συνεργείο, αγόρασα κι ένα μηχανάκι και με όλα αυτά άρχισε να με τραβάει ο κόσμος. Πάντα όμως είχα φόβο Θεού μέσα μου και κάθε βράδυ που θα γυρνούσα στο σπίτι, θα προσευχόμουνα και θα ζητούσα συγγνώμη από τον Θεό για ότι θα Τον είχα λυπήσει. Μην φανταστείς κάτι τρομερό, μια καφετέρια, μια κόντρα με το μηχανάκι, αυτά που κάναμε τότε σαν παιδιά. Στα 17 μου χρόνια γνωρίζω στο σχολείο, την σημερινή γυναίκα μου την Σάσα. Τότε δεν υπήρχανε βέβαια κινητά, για να στέλνουμε μηνύματα ή να μιλάμε κρυφά -για να πάρεις τηλέφωνο στο σπίτι μιας κοπέλας ήταν απαγορευτικό- οπότε βλεπόμασταν μόνο στο σχολείο. Δεν της είχα πει ποτέ ότι πήγαινα σε κάποια εκκλησία, ούτε όμως κι εκείνη μου είχε πει κάτι, γιατί κι εκείνη πήγαινε στην εκκλησία της Πεντηκοστής στον Χολαργό. Μέχρι που κάποια στιγμή γίνεται ένα χριστιανικό συνέδριο στο Σούνιο. Εμένα πάντα μου άρεσε να πηγαίνω στα συνέδρια και να έχω συναναστροφές με νέους, ανεβαίνοντας λοιπόν με το μηχανάκι στην κατασκήνωση, ξαφνικά συναντάω εκεί την Σάσα. Και τότε με έκπληξη, κι εκείνη κι εγώ, αναρωτηθήκαμε: ‘‘τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;”

Ευχάριστη όμως η έκπληξη πιστεύω. Να σε διακόψω όμως λίγο για να μας πει και η αδελφή Σάσα πως το έζησε αυτό το γεγονός και να μας ξεκινήσει και την μαρτυρία της.

Ναι αδελφέ μου. Εγώ, ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σε εκείνη την κατασκήνωση και πήγα γιατί με είχε παρακαλέσει μια αδελφή που κάναμε τότε παρέα. Θα γινόταν ένα τριήμερο συνέδριο νεολαίας, ήθελε να πάμε μαζί και αποφάσισα τελικά να της κάνω το χατίρι. Ήτανε όμως ο Κύριος πιστεύω που το έκανε, γιατί είχε προγνωρίσει το μέλλον μας μαζί με τον Διονύση. Να πω κι εγώ ξεκινώντας την μαρτυρία μου ότι ονομάζομαι Αναστασία Σαρρή, με φωνάζουν από μικρή Σάσα και γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κάτω Χαλάνδρι μέσα σε μια πιστή οικογένεια. Έχω πολύ ωραίες εμπειρίες μέσα από την οικογένεια μου, το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό, συνέχεια με προσευχές, και πραγματικά ήταν τότε πολύ ευλογημένες εποχές. Έλαβα Πνεύμα Άγιο πολύ μικρή, δέκα χρονών, κι έτσι μεγάλωσα μέσα στην εκκλησία και δεν είχα ποτέ επαφές με τα παιδιά του κόσμου, παρά μόνο όταν ξεκίνησα να πηγαίνω στο Γυμνάσιο. Τότε γνώρισα και τον Διονύση και όπως σας είπε κι εκείνος δεν είχαμε συζητήσει ποτέ για τον Θεό, ούτε κάτι σχετικό με εκκλησίες, μέχρι που συναντηθήκαμε εκείνη την μέρα στο Σούνιο. Τότε ήρθαμε πιο κοντά, είδαμε ότι συμβαδίζουμε κι από την χριστιανική πλευρά κι αφού πέρασαν λίγο τα χρόνια, θελήσαμε κάποια στιγμή να επισημοποιήσουμε την σχέση μας. Εκεί όμως αρχίσανε τα προβλήματα. Γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν με τίποτε οι γονείς μου, ότι θα παντρευτώ έναν άνθρωπο που έχει αυτό το πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Εσύ πως έβλεπες αυτές τις αντιρρήσεις των γονιών σου που ήταν και λογικές σε ένα βαθμό;

Εγώ ήξερα ότι αγαπούσα τον Διονύση πάρα πολύ και ήξερα ότι το μόνο μου όπλο ήταν ο Κύριος. Εντωμεταξύ και οι δύο δουλεύαμε, είχαμε τα δικά μας χρήματα, μπορούσαμε να ξεκινήσουμε το δικό μας σπίτι, όμως ο φόβος του Κυρίου δεν μας άφηνε να φύγουμε από τις οικογένειες μας και τους δικούς μας, αν δεν συναινούσαν πρώτα κι εκείνοι. Με τα πεθερικά μου δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, όμως έπρεπε να συναινέσουν και οι γονείς μου. Οπότε ξεκινήσαμε έναν αγώνα προσευχής και νηστείας, μαζί με κάποια συγγενικά πρόσωπα, ο οποίος κράτησε περίπου δύο χρόνια. Κάποιες φορές απελπιστήκαμε, κάποιες φορές αισθανθήκαμε ότι ο Κύριος δεν μας ακούει, όμως δεν αποκάμαμε. Εντωμεταξύ η μητέρα μου ήταν πολύ ευλογημένη, πολύ πιστή, αλλά ήταν κι ένας άνθρωπος με πολύ ισχυρό χαρακτήρα. Ο μόνος που μπορούσε να αλλάξει το “θέλω” της, ήταν ο Κύριος. Μέχρι που έρχεται τελικά μια μέρα αδελφέ μου, που καθώς ξυπνάω, βλέπω την μητέρα μου να έρχεται βιαστική στο δωμάτιο μου. Σκέφτηκα ότι θα έχουμε πάλι μια έντονη συζήτηση, όπως είχαμε συνήθως, όμως την άκουσα με έκπληξη να μου λέει: “Σάσα, θέλω να πεις στον Διονύση, να έρθει την Κυριακή για φαγητό στο σπίτι.” Δεν πίστευα στα αυτιά μου και τότε μου εξήγησε, ότι ο Κύριος της μίλησε και της είπε πως, ‘‘Εκείνος και μόνο Εκείνος κρατάει στα χέρια Του την ζωή των ανθρώπων.’’ Και κατάλαβα ότι είχε έρθει ο Θεός και τα είχε αλλάξει όλα, απαντώντας στις προσευχές μας. Βέβαια είπα αμέσως στον Διονύση τι έγινε, εκείνος όμως δεν το πίστευε, νόμιζε ότι κάποια παγίδα υπάρχει...

Αδελφέ Σάκη, πες μας τι σκεφτόσουνα τότε.

Λοιπόν, καθώς έχει συμβεί αυτό το περιστατικό, εμένα το μυαλό μου τρέχει τελείως διαφορετικά από της Σάσας και λέω: “μετά από τόσα χρόνια, τέτοια ξαφνική αλλαγή, δεν μπορεί, κάποια πονηριά θα υπάρχει από πίσω.” Και λέω στη Σάσα: “δεν έρχομαι.” Επέμενε όμως εκείνη και τελικά αποφάσισα να πάω, έχοντας όμως πάρα πολλές σκέψεις για το τι θα γίνει, πως θα γίνει, τι θα μου πούνε, τι θα τους πω... Φυσικά τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά από ότι τα σκεπτόμουνα, γιατί είχε αλλάξει τελείως η καρδιά της πεθεράς μου και του πεθερού μου. Θυμάμαι ότι με περιποιηθήκανε πάρα πολύ, με αγκαλιάσανε, με φιλήσανε, με δεχτήκανε σαν δικό τους παιδί και πραγματικά από τότε η σχέση μας ήταν σχέση γονιού με παιδί. Γιατί τα σχέδια του Κυρίου είναι τελείως διαφορετικά από τα σχέδια των ανθρώπων και ο Κύριος κάνει ένα τέλειο έργο στη ζωή μας, αν εμείς σταθούμε εκεί που πρέπει.

Μετά από αυτή την συνάντηση στο Σούνιο είχες αρχίσει να αναζωπυρώνεσαι, να πλησιάζεις και πάλι τον Θεό;

Ακριβώς έτσι. Γιατί τότε κατάλαβα ότι ο Κύριος είναι κοντά μου, οδηγεί την ζωή μου και πλέον είχα βρει και στη γυναίκα μου ένα πνευματικό στήριγμα. Πολλές φορές μου έλεγε η Σάσα για το μήνυμα που έδωσε ο Κύριος το πρωί στην εκκλησία, για το τι προφητείες ακούστηκαν κι έτσι άρχισα να έχω και πάλι ενδιαφέρον για τα πράγματα του Θεού. Και από την πρώτη φορά που πήγα στο σπίτι των πεθερικών μου, ξεκίνησα αμέσως να πηγαίνω εκκλησία. Αν και προερχόμουνα από μια Ευαγγελική εκκλησία δεν συνάντησα κανένα πρόβλημα στην εκκλησία της Πεντηκοστής. Όλοι οι αδελφοί αμέσως με αγκαλιάσανε, είδα την αγάπη τους, είδα ότι εκεί ο Κύριος είναι ζωντανός, μιλάει με τα χαρίσματα Του κι εκεί έμεινα. Κι εκεί βαπτίστηκα και στο νερό. Μετά από λίγους μήνες παντρευτήκαμε με την Σάσα, μετά από ένα χρόνο, το 1994 ήρθε το πρώτο μας παιδί, η Όλγα και μετά από πέντε χρόνια ήρθε και η δεύτερη κόρη μας η Δήμητρα. Ο Κύριος μας ευλόγησε πάρα πολύ, όμως κάποια στιγμή επειδή οι δουλειές μας ανοίξανε και πήγανε καλά, απομακρυνθήκαμε λίγο από τον Θεό. Δεν προλαβαίναμε να πάμε στην εκκλησία, δεν προλαβαίναμε να προσευχηθούμε, δεν προλαβαίναμε να διαβάσουμε την Αγία Γραφή, γιατί δουλεύαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η γυναίκα μου σε ένα κομμωτήριο κι εγώ σε μια εταιρεία, δέκα και έντεκα ώρες κάθε μέρα. Μετά ανοίξαμε ένα δικό μας κομμωτήριο, μετά ήρθε το δεύτερο μαγαζί, το τρίτο, το τέταρτο, οπότε καταλαβαίνεις ότι οι υποχρεώσεις ήταν πάρα πολλές και είχαμε αφήσει πίσω τον Κύριο. Ήμασταν πλέον οι χριστιανοί της Κυριακής. Αυτή η απομάκρυνση μας από τον Θεό κράτησε γύρω στα δύο με τρία χρόνια. Και όταν η κόρη μας η Όλγα έγινε δώδεκα χρονών, καταλαβαίνω ξαφνικά ότι πλέον οι παρέες της είναι οι φίλες της από το σχολείο και ότι αν δεν κάνω κάτι, το παιδί μου θα πάει προς τον κόσμο όπως έκανα κάποτε κι εγώ. Καθώς δεν είχαμε τότε στην εκκλησία του Χολαργού πολλούς νέους, συζητήσαμε το θέμα με έναν αδελφό μας, τον Βαγγέλη Μαδεράκη, ο οποίος είχε μια κόρη στην ίδια ηλικία με την Όλγα. Και ξεκίνησε ο αδελφός να παίρνει τα δύο κορίτσια και να τα πηγαίνει κάθε Σάββατο στη νεολαία της εκκλησίας της Κηφισιάς. Εκεί το παιδί μας γρήγορα αναγεννήθηκε, βαπτίστηκε με Πνεύμα Άγιο κι όταν ερχόταν στο σπίτι, μας έκλεινε την τηλεόραση και μας εξηγούσε τι είχαν συζητήσει στο μάθημα της νεολαίας και τι είχανε μάθει μέσα από τον Λόγο του Θεού. Έτσι αρχίσαμε δειλά-δειλά να πηγαίνουμε κι εμείς στην εκκλησία της Κηφισιάς κι άρχισε ο Κύριος να μας εργάζεται, να μας μιλάει, να μας δείχνει ενύπνια και πήραμε πλέον κι εμείς την απόφαση να ακολουθήσουμε τον Κύριο πιο ζεστά και με όλη μας την καρδιά.

Να μας πει όμως λίγο και η αδελφή Σάσα πως έζησε εκείνη την περίοδο;

Ναι αδελφέ μου, απλά ήταν οι μέριμνες. Και πιστεύω ότι ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς του χριστιανού είναι η μέριμνα. Αλλά ευχαριστούμε τον Κύριο γιατί πάντα εργάζεται στη ζωή μας και μας δείχνει αυτά που εμείς δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε. Όταν λοιπόν είδαμε κι εμείς την κόρη μας να ζητάει να βγει έξω με τα παιδιά του κόσμου και να πάει εκεί που πήγαιναν κι αυτά, μού χτύπησε ένα καμπανάκι ο Κύριος. Γιατί ήξερα ότι αν γίνει μια φορά θα γίνει και δεύτερη και τρίτη. Και δεν είναι έτσι απλό, να πεις σε ένα παιδί σε αυτή την ηλικία “όχι” και να τελειώσει εκεί το θέμα, γιατί θα προκαλέσεις μια αντίδραση. Μετά όπως είπε κι ο Διονύσης άρχισε το παιδί να πηγαίνει στην εκκλησία της Κηφισιάς κι ακολουθήσαμε κι εμείς. Βέβαια ήταν λίγο δύσκολο για μένα στην αρχή, γιατί είχα μεγαλώσει στην εκκλησία του Χολαργού, είχα εκεί τους γονείς μου, είχα πολλούς συγγενείς, φίλους, αλλά το έκανα για τα παιδιά μου περισσότερο, για να μπορούν να έχουν παρέα με παιδιά της ηλικίας τους. Τα αδέλφια στη Κηφισιά όμως με αγκάλιασαν πάρα πολύ, με βοήθησαν να ενσωματωθώ και τελικά το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ καλό και για εμάς και για τα παιδιά μας.

Αδελφέ πες μας εσύ ποιό ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Κύριος μάς ευλόγησε πάρα πολύ σαν οικογένεια και μέχρι στιγμής έχουμε δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Ο Κύριος με βάπτισε καταρχάς με Πνεύμα Άγιο. Μια Παρασκευή μεσημέρι, έρχεται ένα μήνυμα στο κινητό μου, από έναν αδελφό, που έλεγε: “μην ξεχάσεις το αποψινό ραντεβού σου με τον Κύριο.” Δεν του απάντησα, σκέφτηκα ότι μάλλον αλλού ήθελε να το στείλει, αλλά είχα και μια αμφιβολία, μήπως τελικά ήταν ένα μήνυμα από τον Κύριο για μένα. Το απόγευμα πήγα στην εκκλησία, άκουσα το κήρυγμα, ξεκίνησε η προσευχή, δεν είχε συμβεί κάτι ιδιαίτερο, και σκέφτηκα ότι: “τελικά Κύριε, μάλλον δεν είχαμε μαζί ραντεβού σήμερα...” Δεν πρόλαβα όμως να ολοκληρώσω αυτή τη σκέψη κι έρχεται ο αδελφός Γιώργος Κοροβέσης και μου λέει: “αδελφέ, έλα μπροστά να προσευχηθούμε να λάβεις Πνεύμα Άγιο.” Κι ενώ ποτέ δεν ήθελα να πάω μπροστά -γιατί ήμουν εγωιστής- εκείνο το βράδυ πήγα, προσευχήθηκαν οι πρεσβύτεροι επάνω μου και έλαβα με πάρα πολλή δύναμη το Πνεύμα το Άγιο. Λίγο μετά, το 2012, έγινα διάκονος στην εκκλησία και τότε, σε ένα ιατρικό έλεγχο που περνάμε κάθε έξι μήνες όλοι όσοι μεταγγιζόμαστε, βρέθηκα με πνευμονική υπέρταση 65%. Και ο καρδιολόγος μού είπε ότι κινδυνεύω με κολπική μαρμαρυγή και ότι θα πρέπει να προσέξω πάρα πολύ και να μην κουράζομαι καθόλου. Μου έδωσε και κάποια πολύ ακριβά φάρμακα, που τα έπαιρνα από το κρατικό φαρμακείο, περιμένοντας στην ουρά πάρα πολλές ώρες, κι όλα αυτά μου είχαν προκαλέσει μια μεγάλη στενοχώρια. Κι έλεγα: “Κύριε, τώρα που έγινα διάκονος πρέπει να μην κουράζομαι και να μην υπηρετώ; Γιατί το επέτρεψες αυτό;” Είχα ένα παράπονο, πήγαινα όμως πάντα μπροστά στο ευχέλαιο και προσευχόντουσαν για μένα οι πρεσβύτεροι. Και στον επόμενο ιατρικό έλεγχο μού λέει ο καρδιολόγος: “Διονύση κάτι έχεις κάνει κι έχεις θεραπευτεί. Και τα φάρμακα που σου έδωσα δεν ήταν για θεραπεία αλλά απλά για συντήρηση. Πες μου σε παρακαλώ τι έχεις κάνει.” Εκεί σήκωσα τα μάτια ψηλά και είπα: “Σε ευχαριστώ Κύριε, γιατί Εσύ τα επέτρεψες όλα, για να φανεί η δύναμη σου και να δοξαστεί το όνομα σου.” Και πάρα πολλές φορές αδελφέ, στο νοσοκομείο, εκεί που κάθομαι και μεταγγίζομαι, κλείνω τα μάτια και νιώθω τον Κύριο να είναι δίπλα μου, να μου δίνει δύναμη, να μου δίνει ειρήνη. Δεν έχει επιτρέψει ποτέ κάτι κακό, είμαι 53 χρονών, μου χάρισε παιδιά, μου χάρισε εγγόνια και Τον ευχαριστώ και Τον δοξάζω για όλα.

Ενώ κάποιοι άλλοι που ξεκινήσατε μαζί μεταγγίσεις έχουν φύγει;

Όλα αυτά τα χρόνια που μεταγγιζόμαστε, γιατί μεταγγιζόμαστε όλοι σε έναν συγκεκριμένο χώρο του νοσοκομείου, έχω δει πάρα πολλούς ανθρώπους να φεύγουνε. Κι έχω χάσει και πάρα πολλούς φίλους. Έχω ομολογήσει όμως και τον Χριστό σε πάρα πολλούς ανθρώπους και πολλές φορές, καθώς ανοίγω την Γραφή και διαβάζω, ξεκινάνε πολύ ωραίες πνευματικές συζητήσεις. Πιστεύω ότι ο Κύριος έχει ένα θαυμάσιο έργο και μας κρατάει μέχρι τώρα στα χέρια Του, είναι Δυνατός, είναι Άγιος, ότι κι αν επιτρέψει Τον ευχαριστούμε και Τον περιμένουμε να έρθει μια μέρα για να μας παραλάβει.

Αμήν. Να μας πει όμως κάτι και η αδελφή Σάσα κλείνοντας.

Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό για τα πολλά μαθήματα που μας δίνει σε όλα τα θέματα. Περάσαμε μαθήματα με τα παιδιά, τώρα περνάμε μαθήματα και με τα εγγόνια και ο Κύριος να φυλάει όλα τα παιδιά μας γιατί ζούμε σε μια πάρα πολύ δύσκολη περίοδο τώρα, ειδικά για τους νέους. Είναι σημαντικό να μείνουμε ενωμένοι με τον Κύριο, να μείνουμε ενωμένοι μεταξύ μας, με την εκκλησία, για να τελειώσει νικηφόρα ο δρόμος μας.

Αμήν. Αδελφέ Σάκη, μας είπε η αδελφή Σάσα για τους νέους και νομίζω ότι υπηρετείς σαν πρεσβύτερος σε αυτό το έργο στην Κηφισιά;

Ναι, υπηρετούμε την νεολαία του Λυκείου, μαζί και με άλλους αδελφούς, υπηρετούμε και στο έργο του φαγητού που τρώμε όλοι μαζί στην εκκλησία κάθε Κυριακή, και με την χάρη του Θεού αγωνιζόμαστε να κάνουμε το καλύτερο για τα αδέλφια μας. Αυτό που ελπίζουμε όλοι τώρα και περιμένουμε, είναι τον Κύριο να έρθει να μας παραλάβει και αγωνιζόμαστε για να σταθούμε έτοιμοι ενώπιον Του. Ο αγώνας μας είναι δύσκολος, αλλά έχουμε τον Ιησού Χριστό που σταυρώθηκε για εμάς, είμαστε παιδιά δικά Του και δεν φοβόμαστε από όλα τα δεινά που έρχονται στον κόσμο που ζούμε, γιατί ο προορισμός μας και ο σκοπός μας είναι να πάμε στην Ουράνια πατρίδα μας.