Skip to main content

play button christianity Ακούστε | 48kbps | 96kbps |

on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag

Δημήτρης Αργυρόπουλος

«Δεν εξεύρετε ότι οι τρέχοντες εν τω σταδίω πάντες μεν τρέχουσιν, εις όμως λαμβάνει το βραβείον; ούτω τρέχετε, ώστε να λάβητε αυτό. Πας δε ο αγωνιζόμενος εις πάντα εγκρατεύεται, εκείνοι μεν διά να λάβωσι φθαρτόν στέφανον, ημείς δε άφθαρτον.» Α΄ Κορινθίους θ΄ 24-25.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Δημήτρης Αργυρόπουλος.

 |  Ομολογίες

«Δεν εξεύρετε ότι οι τρέχοντες εν τω σταδίω πάντες μεν τρέχουσιν, εις όμως λαμβάνει το βραβείον; ούτω τρέχετε, ώστε να λάβητε αυτό. Πας δε ο αγωνιζόμενος εις πάντα εγκρατεύεται, εκείνοι μεν διά να λάβωσι φθαρτόν στέφανον, ημείς δε άφθαρτον.» Α΄ Κορινθίους θ΄ 24-25.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Δημήτρης Αργυρόπουλος.

Αδελφέ Δημήτρη, να πούμε ότι είσαι και παλιός πρωταθλητής του στίβου. Στο βάδην νομίζω.

Ναι, πράγματι, ήμουνα αθλητής στα 20.000 μέτρα στο βάδην. Μέλος στην Εθνική ομάδα, με συμμετοχές σε Πανελλήνιους και Βαλκανικούς αγώνες και παραλίγο να πάρω μέρος και στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μόντρεαλ το 1976. Αλλά είχα ένα σοβαρό τραυματισμό τότε στο πόδι, έκανα λίγο πίσω και τελικά δεν έγινε αυτό πραγματικότητα.

Ήσασταν επαγγελματίες τότε;

Όχι, εμένα το επάγγελμα μου ήταν ταχυδρόμος. Αλλά και στο ταχυδρομείο, είχα μπει μέσω του αθλητισμού, όταν είχα κερδίσει κάποιους αγώνες στη Θεσσαλονίκη. Και από τότε δούλευα κανονικά, γιατί από το 1973 είχα παντρευτεί, είχα κάνει οικογένεια και είχα υποχρεώσεις. Αλλά δεν άφησα τον αθλητισμό για την οικογένεια -ίσα-ίσα- τον αθλητισμό τον άφησα όταν έκανα συμφωνία με τον Κύριο. Του είπα: “Εγώ θα τα αφήσω όλα κι Εσύ θα με ευλογήσεις.” Και πράγματι, με ευλόγησε πολύ ο Κύριος και με βάπτισε και με Πνεύμα Άγιο.

Ωραία, θα μας τα πεις ακριβώς στη συνέχεια. Εσύ είχες αδελφέ, από μικρός, σαν παιδί, κάποια αναζήτηση για τον Θεό; Πίστευες στον Θεό ;

Πίστευα πάντα στον Θεό. Γιατί οι γονείς μου, μας είχαν εμπνεύσει από πολύ νωρίς την πίστη και την ευσέβεια και προσευχόμασταν μαζί με την αδελφή μου, κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Είχα δει βέβαια κι εγώ, από πολύ μικρός, κάποιες θαυμαστές ενέργειες του Θεού στη ζωή μου και είναι ακριβώς αυτό που λέει η Αγία Γραφή, στην προς Ρωμαίους Επιστολή: «Όσους προεγνώρισε τούτους και προώρισε...» Ήμουνα στη Τρίπολη, μωρό παιδί, δεκαέξι μηνών, κι έπεσα σε ένα πηγάδι με οχτώ μέτρα βάθος. Με είδε η γιαγιά μου, κατέβηκε, με τράβηξε για να με βγάλει έξω, αλλά μόλις με έπιασε στα χέρια της λιποθύμησε και πέσαμε και οι δύο πάλι στο νερό. Ευτυχώς, τρέξανε οι χωριανοί κι ένα παλληκαράκι, 19 χρονών, ήρθε και μας έβγαλε και τους δύο έξω. Εμένα, με συνεφέρανε τελικά, αργά το απόγευμα. Γιατί είχα πιεί πολύ νερό και με είχανε δεμένο ανάποδα, όλη τη μέρα, πάνω σε μια μουριά. Ήτανε τα γιατροσόφια της εποχής. Δυόμιση χρονών πάλι όταν ήμουν, ανέβηκα στο τραπέζι, έριξα την λάμπα πετρελαίου που ήταν επάνω, πήραν φωτιά τα τραπεζομάντηλα, αλλά εγώ δεν έπαθα τίποτε. Μόνο λίγο τα ρούχα μου κάηκαν. Και τέλος, πάλι στη Τρίπολη, σε ηλικία 10-12 χρονών, ήμασταν πολλά παιδιά παρέα (γιατί μαζεύαμε πατάτες από τα χωράφια) και μέσα στο δωματιάκι που καθόμασταν, είχε στον τοίχο κρεμασμένες, τέσσερεις-πέντε καραμπίνες. Και πιάνει ένα παιδί μια καραμπίνα και με σημάδευε. Για να κάνει πλάκα ήθελε βέβαια το παιδί και μου έλεγε: “Θα σου ρίξω, θα σου ρίξω!” Εντωμεταξύ, εκείνη την ώρα, είχα πάρει εγώ μια ποτιστική μηχανή, την είχα ξεκομπλάρει κι έπαιζα με το βολάν. Κι όπως γύρναγε το βολάν, κολλάει, με τραβάει προς τα κάτω κι ακριβώς εκείνη την στιγμή, μου ρίχνει με την καραμπίνα. Και περνάνε τα σκάγια από πάνω μου.

Οπότε, σε έσωσε ο Κύριος, με πραγματικά θαυμαστή ενέργεια.

Με έσωσε κι από εκεί. Και από τι δεν μας έχει σώσει αδελφέ μου; Και πρώτα από όλα, από την αιώνια κόλαση μάς έχει σώσει. Εγώ γνώρισα τον Κύριο το 1975, στις 20 Φλεβάρη συγκεκριμένα. Κανένα χρόνο πιο πριν, μου μιλούσε για τον Χριστό, ένας αδελφός, ο αδελφός ο Τάκης κι επειδή δεν ήταν αποδεκτός στο σπίτι, από την γυναίκα μου, πηγαίναμε και τα συζητούσαμε κάπου έξω. Μου έλεγε να πάμε και σε μια προσευχή και πράγματι, κανονίσαμε να πάμε μαζί μια Τετάρτη βράδυ. Εκείνη τη μέρα είχα εγώ έναν αγώνα δοκιμαστικό, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, 10.000 μέτρα, και καθώς κοιτούσα στην εξέδρα, δεν τον έβλεπα τον αδελφό πουθενά. Κι επειδή ήμουνα και λίγο κουρασμένος, είπα μέσα μου θυμάμαι: “Την γλύτωσα, δεν θα πάμε σήμερα στη προσευχή.” Ήρθε όμως τελικά ο Τάκης, με περίμενε έξω από τα αποδυτήρια και με μια μηχανή που είχα τότε, πήγαμε σε ένα σπίτι στη Καλλιθέα. Εκεί έμεναν δύο αδελφές, η Μαρία και η Τασία Αργυροπούλου κι ένα παιδάκι, ο γιός της Μαρίας.

Συνωνυμία ή είχατε κάποια συγγένεια;

Όχι, απλή συνωνυμία. Δεν τις ήξερα καν τις γυναίκες, εκεί τις είδα πρώτη φορά. Βέβαια, εκείνες μόλις με είδανε, τρομάξανε, επειδή ήμουνα και λίγο άγριος τότε. Γιατί και ο πρωταθλητισμός, τα πολλά χιλιόμετρα, σου τεντώνουνε τα νεύρα καμιά φορά και αγριεύεις. Εντωμεταξύ, είχα και πολλά μαλλιά εκείνη την εποχή, τα οποία είχανε φουντώσει -όπως ανέβηκα λουσμένος πάνω στη μηχανή- και φαινόμουνα ακόμα πιο άγριος. Εκεί ήταν και άλλοι δύο αδελφοί, ο Παύλος, ο αδελφός του Τάκη και ο Γιάννης ο Καστρίτης, ο οποίος έχει αναχωρήσει τώρα και είναι με τον Κύριο. Γονατίσαμε λοιπόν όλοι σε ένα κουζινάκι και είχα τότε κι ένα πρόβλημα με το γόνατο (είχε πάθει εξάρθρωση από τα βιράζ που έκανα στο Στάδιο Καραϊσκάκη) και γονατιστός υπέφερα πάρα πολύ. Πέρασε καμία ώρα και αφού είχα πει όλες τις προσευχές που ήξερα, λέω στον Τάκη που ήτανε δίπλα μου: “Δεν ξέρω τι άλλο να πω.” Και μου λέει ο αδελφός: “Ζήτησε από τον Κύριο να σε σώσει.” Οπότε με απλότητα, είπα κι εγώ: “Κύριε, Σε παρακαλώ, σώσε με.” Κι έρχεται την ίδια στιγμή η παρουσία του Θεού επάνω μου, σπάει η καρδιά μου κι αρχίζω να κλαίω ασταμάτητα χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος. Αυτή ήταν η αναγέννηση μου κι όταν σηκωθήκαμε από τα γόνατα, όλοι οι αδελφοί ήταν πολύ χαρούμενοι, με αγκαλιάσανε και με φιλήσανε. Με ρωτήσανε  θυμάμαι: “Ξέρεις τι έγινε απόψε;” Και τους λέω: “Ξέρω. Ήρθε η παρουσία του Θεού και με έσωσε από την αμαρτία.” Πήγα σπίτι μετά, με περίμενε η γυναίκα μου η Μαρία και μόλις με είδε (κατάλαβε που ήμουνα) μου λέει κλαίγοντας: “Χωρίζουμε, θα φύγω και θα πάω στη μάνα μου.” Ήτανε και έγκυος τότε. Της λέω: “Μην φύγεις τώρα, είναι αργά, είναι μεσάνυχτα. Φύγε αν θέλεις το πρωί.” Πράγματι δεν έφυγε και δεν έφυγε ούτε το πρωί, κι ευχαριστώ τον Θεό για την γυναίκα μου, γιατί όλα αυτά τα χρόνια έμεινε πάντα δίπλα μου. Και σε δυσκολίες, και σε προβλήματα και σε στερήσεις, η Μαρία ήτανε πάντοτε το στήριγμα μου. Την άλλη μέρα, πήγα για δουλειά στο ταχυδρομείο κι ομολογούσα σε όλους τον Χριστό, χωρίς να ξέρω ακόμα τίποτε μέσα από τον Λόγο του Θεού.

Παράδοξο, ότι παρόλο που πίστευες από μικρός, δεν είχες διαβάσει ποτέ την Καινή Διαθήκη.

Ναι, δεν είχα διαβάσει καθόλου. Αν και στον γάμο μου, μού είχε κάνει δώρο ο Τάκης μια Αγία Γραφή, ωραία, δερματόδετη, και είχε βάλει μέσα κι ένα πεντακοσάρικο! Ήτανε το καλύτερο δώρο που μου είχανε κάνει, αλλά δεν την διάβασα, την έβαλα σε ένα ντουλάπι στο σπίτι και την είχα ξεχάσει εκεί. Μέναμε τότε στο ίδιο σπίτι με τους γονείς μου, ένα δυάρι και ήτανε λίγο στενάχωρα τα πράγματα. Κι όταν γέννησε η Μαρία, έγιναν πιο στενάχωρα και όταν πιστέψαμε στο Ευαγγέλιο, έγιναν ακόμα πιο στενάχωρα. Γατί η μητέρα μου ήταν και φανατική θρησκευόμενη. Μου έλεγε λοιπόν η Μαρία να φύγουμε, εγώ δίσταζα (γιατί ήτανε και μικρός ο μισθός που παίρναμε τότε στο ταχυδρομείο) μέχρι που ανοίξαμε μαζί μια μέρα την Αγία Γραφή, για να μας μιλήσει ο Κύριος. Και πράγματι, μας μίλησε με κάποια εδάφια μέσα από τον προφήτη Ιεζεκιήλ κι έτσι αποφασίσαμε και φύγαμε τελικά. Και μας ευλόγησε πολύ ο Θεός, μας χάρισε κι άλλα δύο παιδιά -τρία συνολικά- και τα βάπτισε και τα τρία με Πνεύμα Άγιο. Η Μαρία, πίστεψε ένα μήνα περίπου μετά από εμένα. (Με συγχωρείς γιατί σου τα λέω λίγο ανακατεμένα.) Μια μέρα που ετοιμαζόμουν να πάω για προπόνηση, έρχεται και μου λέει: “Θέλω να πάω σε ένα σπίτι, των ανθρώπων από την εκκλησία που πηγαίνεις. Να δω τι άνθρωποι είναι.” Την έβαλα λοιπόν στη μηχανή και την πήγα σε εκείνο το σπίτι στην Καλλιθέα, που είχα αναγεννηθεί. Στις αδελφές, την Τασία και την Μαρία. Την δεχτήκανε με πολλή αγάπη, με αγάπη Χριστού πραγματικά κι από τότε δεν ξανάφυγε κι εκείνη από την εκκλησία.

Βαπτιστήκατε μαζί στο νερό;

Όχι, εγώ βαπτίστηκα στην οδό Ευπόλιδος (στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής) τον Σεπτέμβριο του 1975. Η Μαρία, βαπτίστηκε λίγο αργότερα, στην εκκλησία της Νίκαιας. Στην οδό Ευπόλιδος υπήρχε πραγματικά, μια πολύ ευλογημένη εκκλησία. Ανέβαινες 72 ξύλινα σκαλοπάτια για να φτάσεις στην αίθουσα και από τις σκάλες ακόμα, σε “άρπαζε” η παρουσία του Θεού. Και μια Παρασκευή βράδυ θυμάμαι (που είχε τότε μόνο προσευχή) μου μίλησε ο Κύριος με προφητεία, μέσα από τον αδελφό μας τον Μιχάλη Ζηνόπουλο και μου φανέρωσε μέσα σε λίγα λεπτά, όλη μου την καρδιά και όλη μου την ζωή. Εκεί συγκλονίστηκα και είπα: “Θεέ μου, είσαι εδώ πραγματικά και κατοικείς ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους.” Πήρα τότε την απόφαση να μείνω για πάντα σε αυτή την εκκλησία και αυτό έκανα, δεν έλειψα ούτε μέρα. Τον Οκτώβριο του 1975 φύγαμε από την οδό Ευπόλιδος (γιατί ήταν πολύ παλιό το κτήριο, ήτανε πλέον για γκρέμισμα) και πήγαμε στην οδό Σωκράτους. Όταν κουβαλήσαμε εκεί όλα τα θρανία, ούτε η μισή αίθουσα δεν είχε γεμίσει, όμως σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, είχε τέτοια αύξηση η εκκλησία, που μετά δεν χωρούσαμε. Βλέπαμε να σώζονται ψυχές κάθε βράδυ, να βαπτίζονται στο νερό, να βαπτίζονται με Πνεύμα Άγιο...  Όμως ήμασταν πραγματικά τότε όλοι ενωμένοι, ήμασταν πραγματικά μια καρδιά κι ένα πνεύμα.

Και υπήρχε εκείνη την εποχή, από ότι ξέρω, και μεγάλος ζήλος για το έργο του Θεού.

Πολύ μεγάλος ζήλος. Από όλους τους αδελφούς. Το 1976 πρέπει να ήτανε, ήρθε μια αδελφή και μου λέει: “Είναι μια γυναίκα στα Μέγαρα, πιστή, αναγεννημένη, που είναι μόνη της. Ούτε εκκλησία έχει κοντά να πάει, ούτε άλλοι αδελφοί εκεί υπάρχουνε. Δεν πας να την βρεις;” Πήρα λοιπόν την μηχανή ένα απόγευμα, κατέβηκα στα Μέγαρα και σταματάω έξω από ένα σπίτι που ήταν μια γυναίκα και πότιζε στην αυλή κάτι φιστικιές. Λέω: Μήπως ξέρετε που μένει η Βαγγελιώ Μήλιου;” (Έχει αναχωρήσει πλέον η αδελφή για τον Ουρανό.) Μου λέει: “Εγώ είμαι.” Με πήγε ο Κύριος κατευθείαν στο σπίτι της. Ξεκινήσαμε λοιπόν να πηγαίνουμε εκεί κάθε εβδομάδα, μιλούσαμε τον Λόγο του Θεού και σιγά-σιγά μαζευτήκανε πέντε-έξι γυναίκες κι ακούγανε. Το πρόβλημα όμως ήταν, ότι με ρωτούσανε και για το Πνεύμα το Άγιο κι εγώ δεν είχα βαπτιστεί ακόμα. Αποφάσισα λοιπόν να σταματήσω να πηγαίνω και είπα σε έναν άλλο αδελφό, να αναλάβει, να επιμεληθεί αυτή την μικρή ομάδα, αυτή τη συνάθροιση. Μέχρι που το 1978, έγινε μια μεγάλη αναζωπύρωση στην εκκλησία κι έλαβα κι εγώ Πνεύμα Άγιο.

Πως ξεκίνησε αυτή η αναζωπύρωση;

Ξεκίνησε από μια προσευχή, σε ένα σπίτι στο Γαλάτσι (το σπίτι του αδελφού Σωτηρίου) όπου σχεδόν κάθε βράδυ, βάπτιζε ο Κύριος με Πνεύμα Άγιο. Και το Σάββατο μάλιστα, η προσευχή ήταν ολονύχτια. Ένα Σάββατο λοιπόν, που πήγα σε αυτή την προσευχή (κουρασμένος μετά από τη δουλειά) βαπτίστηκα κι εγώ με Πνεύμα Άγιο με πολύ μεγάλη δύναμη. Και στο ίδιο σπίτι έλαβε, μετά από μερικές μέρες, Πνεύμα Άγιο και η γυναίκα μου. Εκεί είχανε βαπτιστεί τότε με Πνεύμα Άγιο, συνολικά, πάνω από 120 άτομα. Λίγο καιρό μετά -κι αφού έγινα διάκονος στην κεντρική εκκλησία- με πιάνει μια μέρα ο αδελφός ο Λούης και μου λέει:  “Πρέπει να αρχίσεις να πηγαίνεις πάλι στα Μέγαρα.” Δίσταζα λίγο εγώ (γιατί ήθελα κάποια οδηγία από τον Θεό) επέμενε όμως πολύ ο αδελφός και μου έδειξε τελικά κι ένα ενύπνιο ο Κύριος για να με βεβαιώσει. Κι έτσι ξεκίνησα να έρχομαι πάλι στα Μέγαρα. Το 1980 έγινα πρεσβύτερος, ανοίξαμε μετά μια αίθουσα, αρχίσαμε εκεί να κηρύττουμε τον Λόγο του Θεού και δημιουργήθηκε σιγά-σιγά η εκκλησία των Μεγάρων. Η οποία, μέσα στα χρόνια πέρασε πάρα πολλές δυσκολίες, αλλά έχουμε φθάσει ως εδώ, με την χάρη του Θεού και περιμένουμε να δούμε τι θα κάνει από εδώ και πέρα ο Κύριος. Γιατί είναι δικό Του το έργο, εμείς πολύ λίγα πράγματα μπορούμε να κάνουμε. Και τελικά, ευχαριστούμε για όλα όσα έγιναν στη ζωή μας τον Θεό, γιατί αν και περάσαμε δυσκολίες, προβλήματα, θλίψεις, πάντοτε Εκείνος μας παρηγορούσε κι έχουμε δει πάρα πολλές φορές το χέρι Του μέσα στη ζωή μας.

Θυμάσαι κάτι χαρακτηριστικό να μας πεις;

Θα σου πω ακόμα μια θαυμαστή ενέργεια του Θεού. Όταν υπηρετούσε την θητεία του ο γιός μου, στις Ειδικές Δυνάμεις, είχε πέσει στη Μακεδονία ένα ρώσικο αεροπλάνο με 70 άτομα μέσα. Και είχανε πάρει διαταγή -ο γιός μου και άλλοι λοκατζήδες- να πάνε με ένα αεροπλάνο, στον τόπο του ατυχήματος, σαν ομάδα διάσωσης. Μας είχε πάρει τηλέφωνο λοιπόν το προηγούμενο βράδυ και μας είχε ενημερώσει, γιατί θα έπαιρνε άδεια κανονικά αλλά τού την είχανε κόψει. Και την άλλη μέρα, όπως είμαι στην δουλειά και μοιράζω γράμματα, μαθαίνω ότι έπεσε το αεροπλάνο. Ότι έκανε λάθος ο πιλότος, το έριξε πάνω σε ένα βουνό κι έγινε συντρίμμια. Άρχισα να κλαίω, να φωνάζω και με πιάνει τότε μια γυναίκα, εκεί στη γειτονιά που ήμουνα (κατά σύμπτωση, Αργυροπούλου τη λέγανε κι αυτή) και μου λέει: “Μην κλαίς, οι στρατιώτες είχανε βγει όλοι, μόνο το πλήρωμα σκοτώθηκε.” Ενώ είχανε μπει τα παιδιά μέσα στο αεροπλάνο και ήταν έτοιμο να φύγει, ήρθε ξαφνικά νέα διαταγή, να βγούνε όλοι έξω. Κι έτσι, τελευταία στιγμή σωθήκανε. Δόξα να έχει ο Θεός. Αυτά αδελφέ μου, είναι λίγα μόνο, από όσα έχω ζήσει με τον Κύριο, πενήντα περίπου χρόνια. Έχουμε δει και ωραία πράγματα στη ζωή μας, έχουμε δει και άσχημα, δεν λέμε όμως, ότι δεν φταίξαμε κι εμείς ποτέ. Κι εμείς κάναμε λάθη κι εμείς κάναμε σφάλματα, αλλά μετανοούμε και επιστρέφουμε πίσω. Που αλλού να πάμε; “Που να υπάγωμεν...” όπως είπε και ο απόστολος Πέτρος “...Εσύ Κύριε έχεις λόγους ζωής αιωνίου.”

Αμήν, συνεχίζουμε τον αγώνα μας. Κι εσύ που έχεις πάρει μέρος σαν αθλητής σε πολλούς αγώνες, ξέρεις ότι και η ζωή του χριστιανού είναι ένας πνευματικός αγώνας.

Βέβαια. Και για να αντέξεις σε έναν αγώνα πρέπει να έχεις κάνει πολύ προπόνηση. Αν δεν προπονηθείς, δεν τον βγάζεις τον αγώνα και ο χριστιανός αν δεν προσευχηθεί, αν δεν αγωνιστεί, δεν θα τερματίσει, δεν θα πάρει το βραβείο. “Τον αγώνα τον καλό αγωνίστηκα...” λέει ο απόστολος Παύλος, “...τον δρόμο τελείωσα, την πίστη διατήρησα, του λοιπού μένει σε μένα ο της δικαιοσύνης στέφανος τον οποίο ο Κύριος θα μου δώσει εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής. Και όχι μόνο σε μένα...” λέει ο Παύλος (δεν είναι εγωιστής) “...αλλά και σε όλους όσους επιποθούν την επιφάνεια του Θεού”. Κι έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια, μέσα στη πορεία μας, πιστούς και άγιους ανθρώπους που αγωνίστηκαν κι έμειναν μέχρι τέλους στον Κύριο και πήγανε τελικά στον Κύριο. Θυμηθήκαμε σήμερα με την ομολογία, κάποιους ευλογημένους αδελφούς. Και αυτό που θέλουμε, είναι να μοιάσουμε στο παράδειγμα τους, για να έχουμε κι εμείς το ίδιο ωραίο τέλος, να πάρουμε κι εμείς το ίδιο στεφάνι. Ένα στεφάνι, που δεν είναι σαν τα στεφάνια αυτού του κόσμου -και σαν τα μετάλλια τα δικά μου που σκουριάσανε- είναι ένα στεφάνι άφθαρτο, ένδοξο και αιώνιο.