Ζωή Σκαρίμπα
«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν.» Κατά Ιωάννην α΄12-13.

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν.» Κατά Ιωάννην α΄12-13.
Σε συνέχεια από τον προηγούμενο μήνα, που δημοσιεύσαμε την ομολογία του αδελφού Γιώργου Αλεξίου, αυτό το μήνα δημοσιεύουμε την ομολογία της συζύγου του, αδελφής Ζωής Σκαρίμπα.
Αδελφή Ζωή, πιστεύω ότι εσύ έχεις μια τελείως διαφορετική ομολογία από τον Γιώργο.
Πράγματι. Και εμένα η ομολογία μου θα είναι πιο σύντομη, πιο συνοπτική. Γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1982 στην Αθήνα, μέσα σε μια τυπικά χριστιανική Ορθόδοξη οικογένεια. Όμως από την μεριά της μαμάς μου, ο παππούς της ήταν Χριστιανός Ευαγγελικός και μάλιστα ήταν από τους ιδρυτές της Ευαγγελικής εκκλησίας στο Βόλο. Και γενικά ήταν ένας πολύ πιστός και ευσεβής άνθρωπος.
Τον γνώρισες, τον πρόλαβες;
Όχι, δυστυχώς δεν τον πρόλαβα, αλλά έχω ακούσει πολλά για εκείνον. Μέχρι την ηλικία των τεσσάρων χρονών, θυμάμαι να πηγαίνουμε στην Ορθόδοξη εκκλησία, τυπικά, μόνο τις γιορτές. Όποτε ήμασταν όμως για διακοπές στο Βόλο, επειδή οι θείες της μητέρας μου και η γιαγιά της πήγαιναν στην Ευαγγελική εκκλησία, πηγαίναμε κι εμείς. Μόλις έγινε το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνόμπιλ -το 1986- η μητέρα μου φοβήθηκε πάρα πολύ και άρχισε να αναζητάει τον Θεό πιο έντονα. Άρχισε να μελετάει την Αγία Γραφή και ξεκινήσαμε τότε να πηγαίνουμε οικογενειακώς, κάθε Κυριακή, στην Ευαγγελική εκκλησία στην Αθήνα, στις στήλες του Ολυμπίου Διός.
Πήγαινες στο Κυριακό σχολείο εκεί;
Ναι, πηγαίναμε με τον αδελφό μου στο Κυριακό σχολείο, μαθαίναμε ιστορίες μέσα από την Βίβλο και ήταν πολύ όμορφα πραγματικά. Για λίγο καιρό, για κανένα χρόνο περίπου, πηγαίναμε εκεί. Πολύ κοντά όμως στο σπίτι μας, στο διπλανό τετράγωνο, έμενε τότε ο αδελφός ο Γιώργος Βενιέρης. Ο οποίος κάθε Τρίτη που είχε Λαϊκή Αγορά στη γειτονιά, πήγαινε και μοίραζε εφημερίδες “Χριστιανισμός.” Έτσι γνωρίστηκε με την μητέρα μου και ξεκίνησαν να συζητάνε για τα πράγματα του Θεού. Η μητέρα μου βέβαια ήταν τότε σε μεγάλη αναζήτηση και για να φανταστείτε, πήγαινε κάθε Κυριακή στην Ευαγγελική εκκλησία, κάθε Παρασκευή πήγαινε σε έναν Ορθόδοξο Κύκλο (όπου μελετούσαν σε ένα σπίτι την Αγία Γραφή) και μετά που γνώρισε τον αδελφό Βενιέρη, κάθε Τετάρτη πηγαίναμε μαζί του, στην εκκλησία του Νέου Ψυχικού. Στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής.
Και ο πατέρας σου;
Όχι. Ο μπαμπάς μου πήγαινε μόνο στην Ευαγγελική εκκλησία γιατί θεωρούσε όλη αυτή την αναζήτηση λίγο υπερβολική. Πέρασε λίγος καιρός, σταμάτησε μετά η μητέρα μου από τον Ορθόδοξο Κύκλο αλλά συνεχίσαμε να πηγαίνουμε πάντα τις Τετάρτες, στην εκκλησία του Νέου Ψυχικού. Εντωμεταξύ, σαν παιδάκι, φοβόμουνα λίγο όταν υπήρχαν φωνές στην εκκλησία (δοξολογία, προφητείες) κι ένα απόγευμα που μας πήγε ο πατέρας μου με το αυτοκίνητο, του λέω: “Μπαμπά, μην ανέβεις ποτέ επάνω γιατί θα φοβηθείς.” Μόλις το άκουσε αυτό εκείνος ανησύχησε πάρα πολύ, αποφάσισε να έρθει ο ίδιος στην εκκλησία για να δει τι γίνεται και τότε απευθείας τον “έπιασε” ο Κύριος. Ένιωσε αμέσως την παρουσία του Θεού, κατάλαβε ότι εκεί είναι η αλήθεια και μάλιστα ο Κύριος τού έδειξε και μια όραση και τον βεβαίωσε, γιατί ο μπαμπάς μου ήταν και λίγο δύσπιστος σαν χαρακτήρας. Από εκείνη την μέρα ενσωματωθήκαμε πλέον οικογενειακά σε αυτή την εκκλησία. Πολύ γρήγορα βαπτίστηκαν οι γονείς μου με Πνεύμα Άγιο, βαπτίστηκαν και στο νερό και όταν ήμουν επτά χρονών περίπου, βαπτίστηκα κι εγώ με Πνεύμα Άγιο. Ήταν Τετάρτη θυμάμαι και όταν ήρθε η ώρα να γίνει το ευχέλαιο γονάτισα κι εγώ για να προσευχηθώ. Σαν παιδάκι είχα πολύ ζήλο και όταν ψέλναμε ειδικά, μου άρεσε πάρα πολύ κι έψελνα πιο δυνατά από όλους. Όπως γονάτισα λοιπόν, με μεγάλη απλότητα είπα: “Κύριε, θέλω το Πνεύμα το Άγιο” και πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου, άρχισα να μιλάω σε ξένες γλώσσες. Αλλά όλα αυτά έγιναν πολύ ήσυχα, δεν με κατάλαβε κανείς, ούτε είπα τίποτε εγώ σε κανέναν. Καθώς επιστρέψαμε όμως σπίτι, ένιωθα μια μεγάλη δύναμη μέσα μου και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα κι άρχισα να γλωσσολαλώ και να δοξάζω τον Θεό. Οι γονείς μου δεν έδωσαν στην αρχή μεγάλη σημασία, νόμιζαν ότι το έκανα παίζοντας. Σαν μίμηση ας πούμε, σε αυτά που έβλεπα στην εκκλησία. Την άλλη μέρα όμως, μόλις γύρισα από το σχολείο, πάλι κλείστηκα στο δωμάτιο, πάλι τα ίδια. Αυτό έγινε για τρείς-τέσσερεις μέρες, άρχισαν οι δικοί μου να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, μέχρι που τελικά ένα βράδυ στην εκκλησία είχε έρθει για να κηρύξει ένας αδελφός, ο αδελφός Τζίκας και είπε στη μητέρα μου: “Να ξέρεις ότι το παιδί έχει λάβει Πνεύμα Άγιο.” Και έτσι το πιστοποίησε κι εκείνος κατά κάποιο τρόπο και βεβαιώθηκαν απόλυτα οι γονείς μου.
Βαπτίστηκες στο νερό μετά;
Ζήτησα να βαπτιστώ, αλλά επειδή ήμουν ακόμα πολύ μικρή με άφησαν λίγο καιρό. Όμως συνέχισα να το ζητάω επίμονα και τελικά έξι μήνες αφότου έλαβα Πνεύμα Άγιο βαπτίστηκα στο νερό. Λίγο καιρό μετά, έζησα την πρώτη θαυμαστή ενέργεια του Θεού στη ζωή μου. Είχα σαν παιδί κρεατάκια και είχαν πει οι γιατροί ότι πρέπει να κάνω χειρουργείο. Προσευχόντουσαν όμως οι γονείς μου για θεραπεία και ένα βράδυ όπως έλεγαν στον Θεό: “Θεράπευσε Κύριε την Ζωή,” άρχισαν ξαφνικά και οι δύο, χωρίς να το θέλουν, να λένε: “Σε ευχαριστούμε Κύριε, γιατί την θεράπευσες.” Τέλος πάντων μπήκα στο νοσοκομείο για την εγχείριση, (είχα μαζί και την βαλίτσα μου) και όπως κάνει μια τελευταία εξέταση ο γιατρός, λέει: “Δεν έχει τίποτε το παιδί, μια χαρά είναι. Φύγετε, πηγαίνετε σπίτι σας.” Και πήρα την βαλίτσα και γύρισα σπίτι. Δόξα στον Θεό. Πέρασαν έτσι όμορφα τα παιδικά μου χρόνια, μέσα στην εκκλησία του Ψυχικού, ώσπου κάποια στιγμή, ο πατέρας μου -επειδή είχε ένα πρόβλημα στα μάτια του- βγήκε πρόωρα στη σύνταξη. Και αποφάσισαν τότε οι γονείς μου, να πάμε να μείνουμε μόνιμα στον Βόλο.
Σε τι ηλικία ήσουν;
Ήμουν δέκα πέντε χρονών, σε μια δύσκολη ηλικία. Όμως δεν ήμουν ένα παιδί που είχε κοσμικές επιθυμίες και ήταν πολύ σημαντικό πιστεύω, το ότι είχα βαπτιστεί με Πνεύμα Άγιο. Γιατί πάντα ένιωθα τον έλεγχο του Θεού, σε ότι κι αν έκανα, κι αυτό με προφύλαξε σε εκείνη την ηλικία. Ένα χρόνο μετά που πήγαμε στο Βόλο, έγινε στην εκκλησία μια μεγάλη αναζωπύρωση όταν είχε έρθει να μας επισκεφτεί ο αδελφός Χρήστου από την Καβάλα. Βαπτίστηκαν πάρα πολλά αδέλφια με Πνεύμα Άγιο, ο Κύριος έδωσε πνευματικά χαρίσματα και τότε έλαβα κι εγώ το χάρισμα της προφητείας. Ήρθαν ύστερα κάποιες δύσκολες καταστάσεις, ευχαριστώ όμως πάρα πολύ τον Θεό γιατί με κράτησε κοντά Του, αν και σαν χαρακτήρας μπορώ να πω ότι ήμουν αρκετά αδύναμη και ευαίσθητη. Κάποια στιγμή -γύρω στα 22 ήμουνα- πέθανε ξαφνικά ο παππούς μου με ανακοπή και χρειάστηκε να πάω να μείνω για λίγο στην Αθήνα, για να βοηθήσω την γιαγιά μου. Αυτό όμως ήταν τελικά και μια πνευματική ανάσα για μένα, γιατί εκεί κοντά είχε ανοίξει τότε η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Πραγματικά δέθηκα πάρα πολύ με τα παιδιά εκεί στη νεολαία και είχα φθάσει τελικά, να περνάω πιο πολύ καιρό στην Αγία Παρασκευή παρά στο Βόλο.
Πηγαινοερχόσουνα;
Ναι, περνούσα 20 μέρες στην Αθήνα και 10 μέρες στο Βόλο, κάπως έτσι. Και πιστεύω ότι βοήθησα λίγο τότε και την νεολαία στο Βόλο, με την έννοια ότι μετέφερα εκεί το πολύ ωραίο πνεύμα που υπήρχε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Μέχρι που κάποια στιγμή άρχισε να με απασχολεί το θέμα της αποκατάστασης. Και αυτό το θέμα το φοβόμουν πάρα πολύ γιατί πίστευα ότι είτε θα ευλογηθείς και θα συνεχίσεις με τον Κύριο, είτε θα καταστραφείς αν κάνεις κάποια λάθος επιλογή. Μια Πέμπτη πρωί λοιπόν, πήγα στο σπίτι του αδελφού Βενιέρη, που γινότανε προσευχή και μου μίλησε ο Κύριος με προφητεία τόσο συγκεκριμένα, που δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήταν για μένα. Γύρισα μετά λίγες μέρες στον Βόλο και είπα θυμάμαι στα παιδιά, στη νεολαία: “Δεν μας ωφελεί να ασχολούμαστε συνέχεια με αυτό το θέμα της αποκατάστασης. Καλύτερα να κοιτάξουμε πρώτα να ευλογηθούμε πνευματικά, να επισκεφτούμε άλλες εκκλησίες, να καλέσουμε κι εμείς εδώ άλλες νεολαίες και ο Θεός θα τα φέρει όλα στην ώρα τους.” Και πράγματι έτσι έγινε, ευλογήθηκε πάρα πολύ η νεολαία και σε μια επίσκεψη που πήγαμε στην εκκλησία της Λαμίας, γνώρισα τον Γιώργο, τον σύζυγο μου. Εγώ ντρεπόμουνα βέβαια πολύ στην αρχή και δεν επικοινωνούσαμε απευθείας, επικοινωνούσαμε μέσω ενός άλλου αδελφού. Με αυτόν τον αδελφό κανονίσαμε να κάνουμε και μια μέρα νηστεία για αυτό το θέμα κι εκείνη την μέρα είχε και η νεολαία προσευχή. Σε αυτή την προσευχή ήρθε η παρουσία του Θεού με πολλή δύναμη, βαπτίστηκαν τρία κορίτσια με Πνεύμα Άγιο κι εγώ ένιωθα (δεν το είχα ξανανιώσει ποτέ αυτό) ότι η πόρτα του Ουρανού είναι για μένα ανοιχτή, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Ένιωθα μια αμεσότητα με τον Θεό πολύ μεγάλη. Η επόμενη Κυριακή ήταν μια μέρα μεγάλης ευλογίας για την εκκλησία του Βόλου. Βαπτίστηκαν στο νερό τα κορίτσια που είχαν λάβει Πνεύμα Άγιο, μετά ένα ζευγάρι αδελφών αφιέρωσε τα τρίδυμα μωρά τους στον Κύριο και ήμασταν όλοι πάρα πολύ χαρούμενοι. Κι έκανα τότε μια προσευχή και είπα: “Αν είναι Κύριε για εμένα ο Γιώργος, όχι μόνο να με πάρει τηλέφωνο σήμερα, αλλά και να έρθει στο Βόλο για να βγούμε”. Και έτσι ακριβώς έγινε. Πήρε τηλέφωνο, είπε ότι έρχεται, βγήκαμε έξω για καφέ (μαζί και με άλλα αδέλφια) και κατάλαβα ότι αυτό ήταν ένα σημείο από τον Θεό. Όμως η επόμενη εβδομάδα δεν ήταν εβδομάδα χαράς για μένα (γιατί μου απάντησε ο Θεός) αλλά εβδομάδα άγχους και φόβου. Γιατί δεν ήξερα, αν αυτό που άρχισε να γίνεται είναι σίγουρα από τον Θεό, όπως φαινόταν να είναι. Για όποια αμφιβολία όμως και σκέψη ερχότανε μέσα μου, με έπαιρνε την ίδια μέρα τηλέφωνο ο Γιώργος -λες και το ήξερε- και μου έδινε την απάντηση. Κι έτσι με βεβαίωσε ο Κύριος και προχωρήσαμε πολύ γρήγορα, κι ευχαριστούμε τον Θεό γιατί μας ευλόγησε κατά πάντα και μας χάρισε και τρία παιδιά. Κι αυτό το γεγονός, ότι παντρεύτηκα κι έκανα τρία παιδιά, ήταν έκπληξη για πολλούς, γιατί με έβλεπαν μαζεμένη, συνεσταλμένη κι έλεγαν: “Η Ζωή θα γίνει καλόγρια.” Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ομολογία μου αδελφέ, αν και οι περισσότερες εμπειρίες που έχω με τον Κύριο είναι μετά τον γάμο.
Πες μας κάτι χαρακτηριστικό αν θυμάσαι.
Θα πω για μια θεραπεία του γιού μου, του Κυριάκου. Όταν ήμουν έγκυος ακόμα, ο γυναικολόγος που έκανε τον υπέρηχο, μου είπε ότι έχει ένα πρόβλημα στα νεφρά του. Από τότε, πήγαινα κάθε Κυριακή στο ευχέλαιο και ζητούσα θεραπεία. Όταν γεννήθηκε τελικά το παιδί, έπρεπε κάθε δύο μήνες να πηγαίνουμε στην Αθήνα, στο Παίδων για εξετάσεις, κάθε βράδυ του δίναμε αντιβίωση και κάθε δέκα πέντε μέρες κάναμε εξετάσεις ούρων. Μήπως πάθει το παιδί ουρολοίμωξη και μολυνθούν τα νεφρά του. Και μου είχε πει η γιατρός, η νεφρολόγος, ότι μέχρι τα δύο του χρόνια ή θα θεραπευτεί ή θα χειροτερέψει και θα χρειαστεί να κάνει χειρουργείο. Ο Κύριος μάς έδινε όμως ειρήνη και εγώ παρόλο που είμαι άνθρωπος πολύ αγχώδης, δεν είχα καθόλου άγχος και όταν πηγαίναμε στην Αθήνα, στο Παίδων, ήταν λες και πηγαίναμε βόλτα. Παρόλαυτα οι εξετάσεις χειροτέρευαν και έλεγε η γιατρός ότι όπως πάμε τελικά θα χρειαστεί χειρουργείο. Προσευχόμασταν εμείς συνέχεια βέβαια και μια Κυριακή που είχαμε νηστεία στην εκκλησία μπήκε μέσα μου μια βεβαιότητα ότι ο Κύριος ενήργησε κι έκανε θεραπεία. Και το ίδιο ακριβώς ένιωσαν και η μητέρα μου και η πεθερά μου αλλά και η νύφη μου.
Υπήρχε συμμαρτυρία όπως λέμε.
Ναι, και οι τέσσερις είχαμε μέσα μας την ίδια ακριβώς μαρτυρία. Και επειδή υπήρχε προγραμματισμένο ραντεβού να πάμε την επόμενη εβδομάδα στο νοσοκομείο, όλοι πιστεύαμε ότι κάτι καλό θα μας πούνε. Πράγματι, πήγαμε κάναμε τις εξετάσεις και μας λέει ο γιατρός που έκανε τον υπέρηχο: “Εντάξει, όλα καλά.” Του λέω: “Πως είναι όλα καλά αφού έχει πρόβλημα το παιδί;” Μου λέει: “Σας είπα είναι όλα καλά, δεν έχει τίποτε.” Πήγαμε τις εξετάσεις στη νεφρολόγο και μας λέει: “Κάποιο λάθος έχει γίνει.” Μάλιστα επειδή ήταν ξένη, θυμάμαι ότι είπε στα Αγγλικά: “Πολύ καλό για να είναι αληθινό.” Και μας είπε να το ξαναπάμε το παιδί σε λίγες μέρες. Ξαναπήγαμε, πάλι όλα καλά και τελικά μας λέει: “Ξεχάστε αυτό το πρόβλημα. Το παιδί σας είναι απόλυτα υγιές.” Της είπα βέβαια ότι εμείς πιστεύουμε στα θαύματα, ότι ο Θεός το θεράπευσε, και της έδωσα θυμάμαι κι ένα χριστιανικό ημερολόγιο. Έτσι ο Κυριάκος έλαβε θεραπεία.
Δόξα στον Θεό. Τι θα ήθελες να πούμε κλείνοντας;
Αυτό που έχω μέσα στην καρδιά μου αυτή την εποχή, είναι να μπορώ να συγχωράω, να μην κρατάω μέσα στην καρδιά μου τίποτε για κανέναν. Γιατί πολλές φορές μπορεί να πιστεύουμε ότι τους αγαπάμε όλους αλλά κατά βάθος να μην είναι έτσι ακριβώς. Χρειάζεται να ελευθερωθεί από κάθε τι η ψυχή μας, για να είναι απόλυτα έτοιμη να συναντηθεί με τον Κύριο. Και αισθάνομαι ότι έχουμε μπει πλέον στην τελική ευθεία, ο Κύριος είναι πολύ κοντά.
Αμήν. Πες μας αν θέλεις κάτι κι εσύ αδελφέ Γιώργο κλείνοντας.
Ναι, θα ήθελα να πω κι εγώ ένα μήνυμα τελευταίο πριν κλείσουμε. Στο ι΄ (10ο) κεφάλαιο, Κορινθίους Α΄, στο δώδεκα εδάφιο, λέει: “Ο νομίζων ότι ίσταται, ας βλέπει μην πέσει.” Να μην κάνουμε ποτέ το λάθος και πιστέψουμε ότι στεκόμαστε πνευματικά μόνοι μας γιατί τότε θα πέσουμε. Δεν μπορούμε να σταθούμε χωρίς την χάρη του Χριστού και δεν μπορούμε να σταθούμε έξω από την εκκλησία Του. Όταν μου είχε πει ο Κύριος: “Θέλω να πας στην εκκλησία Μου,” θυμάμαι, αναρωτήθηκα: “Τόσο σημαντική είναι η εκκλησία;” Αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσο σημαντική είναι η εκκλησία, γιατί μέσα στην εκκλησία, ότι και αν μας συμβαίνει -είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο- είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στην Βασιλεία των Ουρανών. Και ότι κοπιάζουμε, ότι περνάμε μέσα στην εκκλησία, εργάζεται τελικά σε εμάς ένα αιώνιο βάρος δόξας. Όλα αυτά που ζήσαμε στον κόσμο, γίνανε μάθημα για εμάς ότι μακριά από τον Χριστό υπάρχει θάνατος και μόνο στον Χριστό υπάρχει ζωή. Πρέπει λοιπόν να αγωνιζόμαστε για να διατηρήσουμε αυτό το οποίο μας έχει χαρίσει ο Κύριος και εκεί που στοχεύουμε να είναι στο τέλος. Δεν νομίζουμε ότι στεκόμαστε, δεν φανταζόμαστε για τους εαυτούς μας ότι είμαστε κάτι, η ψυχή μας, όσο είμαστε στη γη, είναι πάντοτε σε κίνδυνο. Μέχρι την ευλογημένη στιγμή που θα έρθει ο Κύριος για να μας πάρει στη Βασιλεία Του, είτε με προσωπική κλήση, είτε με την Αρπαγή της εκκλησίας.





