Skip to main content
Play Radio Ακούστε: 48kbps | 96kbps
On Air
Χωρίς πληροφορίες...Ακούτε Χριστιανισμό!

spanish flag      greek flag


Γιώργος Γκουράι

«Εξεύρομεν δε ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν, εις τους κεκλημένους κατά τον προορισμόν αυτού· διότι όσους προεγνώρισε, τούτους και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού αυτού, διά να ήναι αυτός πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών· όσους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και όσους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσε, και όσους εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.» Προς Ρωμαίους η΄28-30.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Γιώργος Γκουράι.

 |  Ομολογίες

«Εξεύρομεν δε ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν, εις τους κεκλημένους κατά τον προορισμόν αυτού· διότι όσους προεγνώρισε, τούτους και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού αυτού, διά να ήναι αυτός πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών· όσους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και όσους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσε, και όσους εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.» Προς Ρωμαίους η΄28-30.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του για τον Χριστό, ο αδελφός μας Γιώργος Γκουράι.

Αδελφέ Γιώργο, έχεις καταγωγή από Αλβανία νομίζω;

Ναι, από την Κορυτσά συγκεκριμένα, εκεί γεννήθηκα το 1993, όμως από πολύ μικρός, από 3 χρονών, ζω στην Ελλάδα. Είχανε έρθει πρώτα οι γονείς μου (από το βουνό, με τα πόδια, όπως όλοι τότε) και μετά ήρθαμε κι εμείς, με τον αδελφό μου τον μικρότερο, μαζί με την γιαγιά μου και άλλους συγγενείς. Θυμάμαι ότι ήτανε πολύ δύσκολα, ήτανε νύχτα, είχε πολύ κρύο, πότε κρυβόμασταν, πότε τρέχαμε, ήτανε μια μεγάλη περιπέτεια, ειδικά για μένα που ήμουνα πολύ μικρός. Και τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, λέω: “Θεέ μου, σε ευχαριστώ που μας φύλαξες τότε.”

Οι δικοί σου ήταν άθεοι (όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες σου τότε λόγω του καθεστώτος) ή υπήρχε κάτι διαφορετικό;

Ήτανε κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Η γιαγιά μου και ο παππούς μου -που με μεγάλωσαν κιόλας- είχανε πάντα μέσα τους μια αθωότητα και πίστευαν ότι: “Υπάρχει ένας Θεός στον Ουρανό.” Η γιαγιά μου ας πούμε, μου έλεγε: “Αν έχεις κάποιο πρόβλημα μεγάλο, τότε κάνε μια προσευχή.” Χωρίς να ξέρει κάτι παραπάνω κι εκείνη, χωρίς να έχει διδαχτεί κάτι για τον Θεό, γιατί στην εποχή της, ήταν όλα απαγορευμένα και εκκλησίες και τζαμιά.

Το όνομα: “Γιώργος” το είχες από την Αλβανία;

Όχι, εδώ το πήρα, όταν βαπτίστηκα στην Ορθόδοξη εκκλησία, σε ηλικία έξι χρονών. Είχε έναν συνάδελφο ο πατέρας μου που τον έλεγαν Γιώργο και του πρότεινε εκείνος να με βαπτίσει και να πάρω και το όνομα του. Πράγματι λοιπόν έτσι έγινε και εκείνη την ημέρα μού είπανε: “Πάμε να κάνεις ένα μπάνιο.” Μπήκα στη κολυμπήθρα, έκλεισα τη μύτη μου για να μην μπει νερό μέσα κι αυτό ήτανε.

Να πούμε, ότι αυτοί που το έκαναν μπορεί να είχανε καλή πρόθεση αλλά βάπτισμα που δεν γίνεται ενσυνείδητα, δεν έχει αξία ενώπιον του Θεού.

Σίγουρα. Πήγαινα μετά και στην Ορθόδοξη εκκλησία με το σχολείο και κάναμε τα τυπικά τής θρησκείας. Είχα όμως μια πολύ καλή δασκάλα στο Δημοτικό που μας μιλούσε συχνά για τον Χριστό (με αγάπη όμως, χωρίς να έχει αυτόν τον πιεστικό τρόπο που έχουν οι φανατικοί θρησκευόμενοι) και μου είχε μεταδώσει κάποια πολύ ωραία πράγματα. Αλλά κι εγώ, από πολύ μικρό παιδάκι, είχα κάτι μέσα μου που με έλκυε προς τον Θεό. Θυμάμαι, στην αρχή που είχαμε έρθει στην Ελλάδα, ήτανε Πάσχα και έδειχναν στην τηλεόραση σε συνέχειες, την ταινία που βάζουν κάθε χρόνο με την ζωή του Χριστού. Το παρακολουθούσαμε λοιπόν κι εμείς στο σπίτι και στο τελευταίο επεισόδιο που έδειχναν την σταύρωση, συγκλονίστηκα τόσο πολύ, που με έπιασαν τα κλάματα και δεν μπορούσα να σταματήσω. Μέχρι που αναγκάστηκαν οι γονείς μου να αλλάξουνε κανάλι. Και μεγαλώνοντας, ένιωθα ότι πάντα είναι ο Θεός δίπλα μου και με προστατεύει. Μπορώ να σου πω, ότι ήμουνα πραγματικά, σαν το πρόβατο ανάμεσα στους λύκους. Όλοι οι φίλοι μου στο σχολείο έπαιρναν ναρκωτικά, εγώ δεν πήρα ποτέ. Και μια φορά που πήγε κάποιος να μου προσφέρει, αυτός που ήταν κατά κάποιο τρόπο ο αρχηγός της παρέας, του λέει: “Άστον αυτόν, είναι καλό παιδί. Και αν σε ξαναδώ να του δίνεις ναρκωτικά θα έχεις να κάνεις μαζί μου.” Το 2010 σταμάτησα το σχολείο (προσωρινά, αργότερα το τελείωσα) γιατί άρχισε η οικονομική κρίση κι επειδή δεν είχε μόνιμη δουλειά ο πατέρας μου, μας πήγε πίσω στην Αλβανία. Κι εκείνος πηγαινοερχότανε. Ήμασταν τέσσερα αδέλφια πλέον, γιατί είχαν κάνει άλλα δύο παιδιά οι γονείς μου στην Ελλάδα.

ΣτηνΑλβανία ήταν καλύτερα τότε;

Όχι, δεν υπήρχαν δουλειές, δεν υπήρχε τίποτε. Δεν πληρώναμε νοίκι βέβαια, γιατί είχαμε σπίτι εκεί, αλλά περνούσαμε δύσκολα. Εγώ στράφηκα στον Θεό εκείνη την περίοδο και ήταν κάτι που έγινε αυτομάτως, από μόνο του μπορώ να πω. Γιατί δεν είχα και με ποιόν να μιλήσω, να πω τους προβληματισμούς μου και είχα πέσει κατά κάποιο τρόπο σε κατάθλιψη. Κι έλεγα: “Θεέ μου, κάνε κάτι και πάρε μας από εδώ, θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, εκεί που μεγαλώσαμε.” Ένιωθα ξένος εκεί, έβγαινα έξω να πάω μια βόλτα και με κοιτούσανε τα άλλα παιδιά με μισό μάτι. Και λέγανε μεταξύ τους: “Ήρθε ο Έλληνας.” Μόνο με κάποια ξαδέλφια μου έκανα παρέα και ερχόντουσαν συχνά στο σπίτι μου. Ο ένας ήταν μουσικός, ήμουνα κι εγώ μουσικός αυτοδίδακτος (έπαιζα  πλήκτρα) και κάναμε μαζί πρόβες. Οπότε, ανακαλύπτω κάποια στιγμή ότι πάνε σε μια εκκλησία. Δεν τους είπα όμως τίποτε, μέχρι που μου πρότειναν εκείνοι να πάω μια μέρα μαζί τους. Πήγαμε λοιπόν και μόλις μπήκαμε μέσα, είχε ευχέλαιο και προσευχή και κατευθείαν με άγγιξε ο Κύριος. Έκλαιγα, σήκωσα τα χέρια μου, προσευχόμουνα και τα ξαδέλφια μου με κοιτάγανε καλά-καλά και δεν το πιστεύανε. Πήγαινα μετά σε αυτή την εκκλησία για λίγο διάστημα, αλλά κάτι δεν “κούμπωνε” μέσα μου, κάποια πράγματα που έβλεπα δεν μου άρεσαν, οπότε σταμάτησα.

Σου έδωσαν εκεί κάποια Καινή Διαθήκη να διαβάσεις;

Μου έδωσαν μια Αγία Γραφή στα Αλβανικά, αλλά δυσκολευόμουνα λίγο με την γλώσσα. Εκείνες τις μέρες, ο Κύριος μού έδειξε ένα ενύπνιο. Βρισκόμουν στην Αθήνα και ήμουν ένας άστεγος που μόλις είχα βγει από τον υπόνομο. Φορούσα κουρέλια, σκισμένα, βρώμικα ρούχα κι έσερνα ένα μεγάλο βαρύ σακίδιο. Ξαφνικά, βλέπω στον ουρανό να εμφανίζεται ένας βασιλιάς πάνω σε ένα θρόνο. Τυφλώθηκα προς στιγμήν κι όταν επανήλθε η όραση μου βλέπω αυτόν τον βασιλιά να σηκώνεται από τον θρόνο του φορώντας μια χρυσή πανοπλία. Άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου και αν και ήταν ακόμη πολύ μακριά, άκουγα την φωνή του μέσα στα αυτιά μου λες και φορούσα ακουστικά. Είπε το ονοματεπώνυμο μου και του λέω: “Που με ξέρεις;” Ήρθε κοντά και μου λέει: “Σε ξέρω πολύ καλά. Για σένα ήρθα, γιατί θέλω να σου αναθέσω μια αποστολή. Και η αποστολή σου, είναι να προσέχεις την μητέρα σου.” Του λέω: “Κάποιο λάθος κάνεις, εγώ τώρα βγήκα από τον υπόνομο, τι αποστολή να μου δώσεις εμένα; Είναι και ο πατέρας μου και τα αδέλφια μου, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορώ εγώ να εκτελέσω αυτή την αποστολή;” Μου λέει: “Εσένα έχω επιλέξει, δεν αλλάζει αυτό.” Εντωμεταξύ, κρατούσε ένα σπαθί στο χέρι του και του λέω: “Εσύ είσαι βασιλιάς, εγώ είμαι ένα τίποτε. Ρίξε μου μια με το σπαθί σου να με σκοτώσεις καλύτερα.” Και μου απαντάει: “Γιώργο, αν ήθελα να πεθάνεις, θα είχες πεθάνει προ πολλού.” Εκεί με έπιασαν τα κλάματα και τότε με παρηγόρησε και μου είπε: “Την θλίψη σου θα την μετατρέψω σε χαρά και την αποστολή σου, μαζί θα την φέρουμε σε πέρας, εγώ θα είμαι η δύναμη σου.” Και βάζει το χέρι του στην καρδιά μου κι αρχίζει να προσεύχεται σε ξένες γλώσσες. Με διαπέρασε τότε ένα ηλεκτρομαγνητικό φως κι ένιωσα μια ενέργεια, μια δύναμη να μπαίνει μέσα μου. Και μέσα στον ύπνο μου, ένιωθα το στήθος μου να καίγεται αλλά και μετά, όταν ξύπνησα, το στήθος μου έκαιγε ακόμα. Και μου είπε και άλλα πολλά για το μέλλον μου ο Κύριος που στην πορεία πραγματοποιήθηκαν όλα. Πέρασε λίγος καιρός, γυρίσαμε τελικά στην Ελλάδα, χώρισαν τότε οι γονείς μου και έφυγε ο πατέρας μου από το σπίτι. Κατόπιν αρρώστησε πολύ σοβαρά η μητέρα μου με καρκίνο και όλο το βάρος έπεσε πάνω σε μένα.

Όπως σου έδειξε ο Κύριος στο ενύπνιο.

Ακριβώς. Δούλευα, συντηρούσα εγώ το σπίτι (γιατί τα αδέλφια μου ήταν μικρά ακόμα) αλλά και η μητέρα μου πολλές φορές λιποθυμούσε στους δρόμους, έψαχνα ταξί να την πάω στο νοσοκομείο, είχαμε τέτοια προβλήματα. Και προσευχόμουν συνέχεια στον Κύριο κι έλεγα: “Θεέ μου, μην την πάρεις.” Στην τέταρτη χημειοθεραπεία πήγε να πεθάνει, “έφυγε” και ο Θεός την γύρισε πίσω. Μου έφερε τότε κάτι χαρτιά ο γιατρός να υπογράψω και του λέω: (ο Κύριος μου το έδωσε αυτό εκείνη την ώρα, δεν πιστεύω ότι ήταν δικά μου λόγια) “Αυτός που είναι επάνω στον Ουρανό δεν έχει βάλει την υπογραφή Του για να φύγει η μάνα μου, πως να υπογράψω εγώ στο χαρτί σου;” Πέρασε λίγη ώρα, άνοιξε τα μάτια της η μητέρα μου, με κοίταξε και τον φωνάζω και του λέω: “Έλα γιατρέ να δεις, η μητέρα μου είναι ζωντανή.” ‘Ηρθε την είδε και δεν το πίστευε. Πήρε το χαρτί που μου έδωσε πριν να υπογράψω, το έσκισε και φώναζε: “Δεν ειναι δυνατόν, δεν το πιστεύω αυτό που έγινε.” Τέλειωσαν οι χημειοθεραπείες, όλα πήγαν καλά, δόξα στον Θεό, αλλά με πολύ αγώνα τότε. Και μετά, κάποια στιγμή, η μητέρα μου πήγε στην Αλβανία μήπως βγάλει μια σύνταξη για την αναπηρία της γιατί εδώ δεν της έδιναν. Πήγε λοιπόν στην Κορυτσά μαζί με την θεία μου (την αδελφή της) έκανε αίτηση και πράγματι εγκρίθηκε. Μην φανταστείς καμιά μεγάλη σύνταξη, εξήντα ευρώ ήτανε, τα οποία έπρεπε να πηγαίνει κάθε μήνα να τα παίρνει από εκεί.

Για να πάει και να έρθει πιο πολλά ήθελε.

Ναι, ακριβώς. Οπότε πήγαινε μια, δύο φορές τον χρόνο και ευτυχώς της τα έδιναν τα χρήματα. Μέχρι που σταμάτησαν κάποια στιγμή επειδή ζούσε στην Ελλάδα. Τέλος πάντων, κάποια φορά που είχε πάει στην Αλβανία, την πήγε η θεία μου σε μια Ευαγγελική εκκλησία που είχε αρχίσει να πηγαίνει τότε εκείνη. Και από την πρώτη μέρα που πήγε η μητέρα μου την άγγιξε ο Κύριος. Άκουσε τον Λόγο του Θεού, ευλογήθηκε, ένιωσε μέσα της μια γαλήνη, μια ειρήνη και με παίρνει την άλλη μέρα τηλέφωνο ενθουσιασμένη και μου λέει: “Γιώργο, βρήκα εδώ μια εκκλησία. Είναι πολύ ωραία, φοράνε όλες οι γυναίκες μαντήλι όταν προσεύχονται και ανεβαίνει μετά στον άμβωνα ένας άνθρωπος με κοστούμι και μας μιλάει μέσα από το Ευαγγέλιο...” Ανησύχησα εγώ και της λέω: “Πρόσεχε, μην είναι σαν κι αυτούς που μας κυνηγούσανε όταν ήρθαμε στην Ελλάδα.” Γιατί ερχόντουσαν τότε συνέχεια σπίτι μας κάποιοι Μάρτυρες. Εγώ τους φοβόμουνα κι έκλαιγα αλλά η μητέρα μου, επειδή μιλούσανε για τον Θεό, σεβότανε και τους άκουγε. Μου λέει: “Μην φοβάσαι δεν είναι σαν αυτούς.” Έκανα όμως μια προσευχή όταν κλείσαμε το τηλέφωνο και είπα: “Θεέ μου, φύλαξε την και βοήθησε την να βρει τον δρόμο τον δικό Σου.” Πέρασε μια εβδομάδα, ένας μήνας και δεν ερχότανε πίσω η μητέρα μου. Μου έλεγε: “Δεν θέλω να φύγω γιατί πηγαίνω στην εκκλησία και είναι πολύ ωραία.” Οπότε της λέω κάποια στιγμή: “Ρώτα εκεί που πας, που υπάρχει τέτοια εκκλησία και στην Αθήνα. Δεν μπορεί, σε τόσο μεγάλη πόλη να μην υπάρχει κάτι παρόμοιο.” Και πράγματι ρώτησε και (ο Θεός το έκανε αυτό πιστεύω) της είπαν να πάει στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής στο Παγκράτι.

Ήταν η πιο κοντινή στο σπίτι σας;

Ναι, ακριβώς. Τους είπε ότι μένουμε Ζωγράφου και αφού ρώτησαν εκείνοι, της είπανε να πάει στο Παγκράτι, Φιλολάου 166. Ήρθε λοιπόν στην Αθήνα, πήγε στην εκκλησία και όταν γύρισε σπίτι, μου λέει : “Γιώργο, εκεί βρίσκεται ο Χριστός. Επιτέλους Τον βρήκα που είναι.” Γιατί και η μητέρα μου, είχε από πολύ μικρή μια αναζήτηση για τον Θεό. Είχα αμφιβολίες εγώ για αυτά που μου έλεγε, συνέχισε όμως να πηγαίνει στην εκκλησία, μέχρι που πήρε την απόφαση να βαπτιστεί στο νερό. Οπότε μου λέει: “Δεν θα έρθεις να με δεις να βαπτίζομαι;” Εκεί μπήκε μέσα μου ένας έλεγχος και σκέφτηκα: “Τώρα πρέπει να πάω.” Απρίλιος ήταν θυμάμαι, λίγο πριν το Πάσχα, μπήκα μέσα στην εκκλησία, δεν είδα εικόνες ή κάτι ανάλογο με αυτά που ήξερα, αλλά δεν παραξενεύτηκα καθόλου γιατί ένιωσα την ειρήνη του Θεού να έρχεται μέσα μου. Άκουσα το κήρυγμα, μετά στην προσευχή γινόντουσαν προφητείες, μιλούσε το Πνεύμα το Άγιο και συνειδητοποίησα κι εγώ τότε, ότι πράγματι εκεί είναι ο Θεός. Και από εκείνη την μέρα προσκολήθηκα κατευθείαν στην εκκλησία και δεν έχω φύγει ποτέ. Θυμάμαι, μετά την συνάθροιση είχε φαγητό και πήγα κι εγώ μαζί με τους άλλους νέους, βοηθούσα στο σερβίρισμα, πήγαινα τα πιάτα στα τραπέζια και με κοιτούσανε όλοι παραξενεμένοι γιατί με βλέπανε για πρώτη φορά. Πιστεύω όμως ότι με είχε προγνωρίσει ο Κύριος και μου το είπε αυτό σε μια προσευχή, με προφητεία: “Από την κοιλιά της μητέρας σου ακόμα σε έχω προγνωρίσει αλλά εσύ δεν το ήξερες.”  Και αφού αναγεννηθήκα αδελφέ μου πολύ σύντομα, βαπτίστηκα μετά κι εγώ στο νερό.

Αναγεννήθηκες με κάποια ιδιαίτερη εμπειρία ή σιγά-σιγά άλλαζε η καρδιά σου;

Γονάτισα στο έδρανο ένα βράδυ, όπως είχαμε προσευχή και μου έδειξε  ο Κύριος σε όραση -σαν μια ταινία, σαν ένα βιντεάκι- όλες τις αμαρτίες και τα λάθη που είχα κάνει στη ζωή μου. Ήρθα σε μετάνοια, έκλαψα (είχε γεμίσει όλο το θρανίο από τα δάκρυά μου) κι έλεγα: “Συγχώρεσε με Κύριε και για αυτό, συγχώρεσε με και για το άλλο...” Ένιωσα μετά ότι ήρθε ένας καθαρισμός μέσα μου, το είπα και στα αδέλφια, στους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και μου είπαν όλοι: “Αναγεννήθηκες.” Και πράγματι, μετά είδα κι εγώ ότι είχε γίνει μια πολύ μεγάλη αλλαγή μέσα στη καρδιά μου. Δεν ήθελα πλέον να ακούω μουσική του κόσμου, δεν ήθελα ούτε να παίζω τέτοια μουσική, δεν ήθελα να βρίζω και άλλα πολλά. Μετά, επειδή ήμουνα τότε πάρα πολύ αδύνατος, 47 κιλά, ζήτησα από τον Κύριο να πάρω λίγο βάρος. Θυμάμαι μου έκανε πλάκα τότε ένας φίλος και μου έλεγε: “Γιώργο, φυσάει πολύ σήμερα, βάλε καμιά πέτρα στην τσέπη γιατί θα σε πάρει ο αέρας.” Τώρα το λέω και γελάω, αλλά τότε ήμουνα στενοχωρημένος πραγματικά με αυτό το θέμα.

Είχες κάποιο πρόβλημα υγείας;

Ήμουν άνθρωπος πολύ συναισθηματικός, στενοχωριόμουν εύκολα, αγχωνόμουν εύκολα...  Και όταν ήμουν πιο μικρός το 2007 είχα περάσει ειλεό και με έσωσε ο Κύριος τελευταία στιγμή. Είχα πολύ δυνατούς πόνους στη κοιλιά, σαν να είχα μέσα μου ένα φίδι που με έσφιγγε, αλλά δεν έλεγα τίποτε στους γονείς μου, μόνο προσευχόμουνα. Τελικά μια μέρα, καλοκαίρι ήτανε, πήγανε οι γονείς μου για μπάνιο στη θάλασσα κι εγώ δεν πήγα μαζί τους γιατί δεν ένιωθα καλά. Μέσα στη μέρα εκείνη χειροτέρευσα πάρα πολύ, είχα πόνους, εμετούς, διάρροια και όταν γύρισαν οι γονείς μου το απόγευμα με βρήκαν κουλουριασμένο σε ένα καναπέ και ετοιμοθάνατο. Με πήγανε στο Παίδων και μόλις κατάλαβαν οι γιατροί τι έχω, φώναξαν: “Γρήγορα στο χειρουργείο.” Με πήγαιναν θυμάμαι τρέχοντας με το φορείο οι νοσοκόμοι και ευτυχώς, τελευταία στιγμή, με προλάβανε. Είπαν μετά οι γιατροί, ότι ακόμα λίγο να αργούσαμε θα είχα πεθάνει.

Δόξα στον Θεό. Για να κλείσουμε την παρένθεση, πήρες βάρος τελικά;

Ναι, ο Κύριος το έκανε κι αυτό. Τώρα είμαι 67 κιλά, όταν γύρισα από φαντάρος ήμουνα 78 και δεν είχα ρούχα να φορέσω, δεν μου έκανε τίποτε. Να ευχαριστήσω τον Θεό και για την ελληνική ιθαγένεια που πήρα μετά από πολλά χρόνια αναμονής. Υπηρέτησα και στον στρατό και τώρα πλέον είμαι Έλληνας πολίτης. Το Πνεύμα το Άγιο καθυστέρησα λίγο να το λάβω γιατί προσευχόμουνα λάθος. Έλεγα: “Αν θέλεις Κύριε να μου το δώσεις, δώστο μου, αλλιώς μην μου το δώσεις.” Ενώ είναι βέβαιο ότι ο Κύριος θέλει, είναι γραμμένο μέσα στον Λόγο Του. Πήγαινα σε ολονύχτιες προσευχές, πήγαινα σε συνέδρια, δεν γινότανε τίποτε. Μόλις έγινε η καραντίνα με τον κόβιντ, ήμουνα σπίτι συνέχεια κι άκουγα όλη μέρα ομολογίες και κηρύγματα. Και προσεύχομουν κι έλεγα: “Τώρα που έχω πολύ χρόνο, στείλε κάποιον Κύριε να με βοηθήσει για να βαπτιστώ με Πνεύμα Άγιο.” Ήμουνα σε μια ομάδα τότε στο Βάιμπερ, που ήταν από όλες τις εκκλησίες μέσα μέλη και βάζανε τα αδέλφια διάφορα αιτήματα για προσευχή. Οπότε έβαλα κι εγώ αίτημα, να με βαπτίσει ο Κύριος με Πνεύμα Άγιο. Και μου στέλνει προσωπικό μήνυμα μετά ένας αδελφός και μου λέει: “Λείπουνε οι γονείς μου, έλα από το σπίτι μου να προσευχηθούμε μαζί για να το λάβεις.” Εντωμεταξύ είχε απαγόρευση κυκλοφορίας αλλά δεν σκέφτηκα τίποτε εγώ, έστειλα ένα μήνυμα (από αυτά που στέλναμε τότε όταν ήταν να βγούμε έξω) πήρα τον ηλεκτρικό και πήγα. Γονατίσαμε μαζί με τον αδελφό, ψάλαμε κάποιους ύμνους, άνοιξε η καρδιά μου κι ένιωσα ξαφνικά μια ζέστη στο σώμα μου. Του λέω: “Αδελφέ, αν ζεσταίνεσαι κι εσύ, να χαμηλώσουμε λίγο την θέρμανση.” Μου λέει: “Ποιά θέρμανση; Ο Κύριος είναι που σε επισκέπτεται, δόξαζε Τον και θα σε βαπτίσει.” Και πραγματικά, λίγη ώρα μετά, πήρα πολλή δύναμη, μπερδεύτηκε η γλώσσα μου κι άρχισα να μιλάω σε ξένες γλώσσες. Ευχαριστώ τον Θεό για το Πνεύμα Του το Άγιο αλλά και για όλα τα δώρα Του και για όσα έχει κάνει μέσα στη ζωή μου.

Και έχει να κάνει και άλλα ο Θεός πιστεύω.

 Αμήν. Επειδή μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πολλά προβλήματα, προσεύχομαι τώρα να χτίσω μια οικογένεια πάνω στον Χριστό που είναι η Πέτρα. Προσεύχομαι να μου χαρίσει ο Κύριος μια σύζυγο που να αγαπάει πρώτα Εκείνον και μετά εμένα, για να πορευτούμε μαζί προς τον Ουρανό και να βοηθήσουμε και στο έργο του Θεού όσο μπορούμε και όπως μας οδηγήσει ο Κύριος.