Γιώργος Αλεξίου
«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν.»Κατά Ιωάννην α΄12-13
Αυτό τον μήνα, θα μας δώσουν την μαρτυρία τους τα αδέλφια μας Γιώργος Αλεξίου και Ζωή Σκαρίμπα, ένα χριστιανικό ζευγάρι από την εκκλησία της Λαμίας.

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν.»Κατά Ιωάννην α΄12-13
Αυτό τον μήνα, θα μας δώσουν την μαρτυρία τους τα αδέλφια μας Γιώργος Αλεξίου και Ζωή Σκαρίμπα, ένα χριστιανικό ζευγάρι από την εκκλησία της Λαμίας.
Αδελφέ Γιώργο, ξεκινάμε με εσένα αν θέλεις.
Αμήν αδελφέ μου. Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα εδάφιο από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, που λέει: “Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνη, διότι αυτοί θέλουσι χορτασθεί.” Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος, από την στιγμή που γεννιέται, έχει μέσα του ένα μεγάλο κενό, που μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να το καλύψει. Γεννήθηκα το 1983 κατά σάρκα, από το θέλημα του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ο πατέρας είναι γεννημένος στην πόλη της Θεσσαλονίκης, η μητέρα μου είναι από την Λαμία, αλλά σαν φοιτήτρια γνώρισε τον πατέρα μου στην Θεσσαλονίκη, παντρευτήκανε και κάνανε δύο παιδιά, εμένα και τον αδελφό μου. Στην παιδική μας ηλικία υπήρχαν κάποια δύσκολα χρόνια, δεδομένου ότι η μητέρα μου είχε διοριστεί σαν καθηγήτρια σε ένα χωριό του Καρπενησίου, και αναγκαστικά χωρίσαμε τότε προσωρινά σαν οικογένεια. Εγώ έμενα με την μητέρα μου, ο αδελφός μου με τον πατέρα μου στη Θεσσαλονίκη και βρισκόμασταν όλοι μαζί τα Σαββατοκύριακα. Μέχρι που διόρισαν εντέλει την μητέρα μου στην πόλη της Λαμίας όπου εγκατασταθήκαμε πλέον όλοι οικογενειακώς. Εκεί, σε ηλικία τεσσάρων χρονών, είχα μια πρώτη πνευματική εμπειρία. Είχα αισθανθεί μια παρουσία πολύ γλυκιά -που τώρα ξέρω ότι ήταν η παρουσία του Θεού- και άκουσα μια φωνή κι ένα κάλεσμα ελπιδοφόρο, που έλεγε ότι: “Εγώ μια μέρα θα σε ευλογήσω. Εγώ θα κάνω κάτι πολύ όμορφο μέσα στη ζωή σου.” Και θυμάμαι, σαν μικρό παιδάκι, αναρρωτήθηκα εκείνη την στιγμή και σκέφτηκα: “Άραγε αυτή την φωνή, την ακούνε και οι άλλοι άνθρωποι;”
Το είπες τότε σε κάποιον;
Όχι, το κράτησα μέσα μου. Γιατί ήταν κάτι παράξενο και δεν ήξερα και πως ακριβώς να το περιγράψω. Όταν πρωτοπήγαμε στη Λαμία, με κοίταγαν κάπως περίεργα τα ντόπια τα παιδιά, γιατί ήμουνα ο “ξένος” και επειδή ήμουνα κι εγώ λίγο επιθετικός όλο τσακωνόμουνα. Με ένα παιδί όμως που τσακωνόμασταν, γίναμε τελικά πολύ φίλοι κι αυτός ήταν γιός ενός ιερέα. Εντωμεταξύ, είχα από μικρός ένα φόβο για το τι συμβαίνει μετά τον θάνατο κι ένα βράδυ τον ρώτησα αυτό τον φίλο και του είπα: “Σωτήρη, τι γίνεται όταν πεθαίνουμε; Τι σου λέει ο πατέρας σου που είναι ιερέας και γνωρίζει από αυτά τα πράγματα;” Και μου απάντησε ότι: “Γιώργο, δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει τίποτε. Μόλις πεθαίνουμε, τελειώνουμε.” Μόλις το άκουσα αυτό, ήρθε μέσα μου μια μεγάλη απογοήτευση και πιστεύω ότι αυτό το γεγονός συνέβαλε αρνητικά στην πορεία που είχα μετά στη ζωή μου. Γιατί από μικρός άρχισα να κάνω διάφορες αμαρτίες, να καπνίζω, μετά να κάνω χρήση σε διάφορες ουσίες...Δεν υπήρχε κάτι να με σταματάει, να μου βάζει ένα φρένο.
Η οικογένεια σου με τον Θεό τι σχέση είχε;
Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε την αλήθεια μέσα από διάφορες φιλοσοφίες αλλά αγνοούσε την ύπαρξη του Θεού. Η μητέρα μου, ήταν τυπικά Ορθόδοξη, αλλά δεδομένου ότι μεγάλωσε σε μια οικογένεια με πρόσφυγες Μικρασιάτες είχε πάρει κάποια σωστά στοιχεία χριστιανικά. Υπήρχε μια ταπεινότητα, μια απλότητα, μια αγάπη για τους άλλους. Ένας άνθρωπος όμως, από το συγγενικό μου περιβάλλον που ήταν πιστός πραγματικά, ήταν ο θείος μου, ο αδελφός του πατέρα μου, ο οποίος ζούσε στην Αμερική, στο Ντάλας, Τέξας. Αυτός ο άνθρωπος έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη δικιά μου πνευματική πορεία γιατί σε ηλικία 16-17 χρονών με παρακίνησε ο πατέρας μου, να πάω να ζήσω λίγο καιρό μαζί του, για να ξεφύγω από όλα αυτά που έκανα τότε. Και αφού έβγαλα τα χαρτιά που έπρεπε, πήγα στην Αμερική, μαζί με τον θείο μου, που είχε έρθει εδώ για διακοπές και επέστρεφε πίσω. Δύσκολα ήταν για μένα στην αρχή, γιατί δεν ήξερα και καθόλου Αγγλικά. Παρόλο που η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια Αγγλικών δεν ήξερα ούτε μια λέξη, τόσο κακός ήμουνα στα μαθήματα. Δεν μπορούσα να βρω εκεί και τις ουσίες που έπαιρνα στην Ελλάδα και δεν μπορούσα να αγοράσω ούτε αλκοόλ γιατί ήμουν ανήλικος και ήταν πολύ αυστηροί οι νόμοι στην Αμερική από τότε. Έβαζα τον θείο μου όμως και μου αγόραζε, κι εκείνος δυσανασχετούσε μεν, αλλά έβλεπε ότι δεν μπορούσε να βγάλει αλλιώς άκρη μαζί μου. Θυμάμαι, δεν έτρωγα τότε σχεδόν τίποτε, μόνο έπινα και κάπνιζα και για αυτό ήμουν πάρα πολύ αδύνατος. Άρχισα μετά να κάνω κάποια μεροκάματα, σε οικοδομικές εργασίες και πήγαινα μαζί με τον θείο μου καμιά φορά, στην Ορθόδοξη εκκλησία που πήγαινε.
Σου μιλούσε για τον Θεό;
Μου μιλούσε η ζωή του. Ήταν ένας άνθρωπος πραγματικά θεοσεβούμενος και θυμάμαι (επειδή ήταν χωρισμένος) του έλεγαν οι φίλοι του: “Μην κάθεσαι μόνος σου, βρες καμιά φιλενάδα...” κι εκείνος τους έλεγε: “Αν επιστρέψει η γυναίκα μου, μόνο με αυτήν θα πάω. Δεν θα πάω με άλλη γυναίκα γιατί δεν το θέλει ο Θεός.” Αυτό μου έκανε τότε πολύ μεγάλη εντύπωση παρόλο που το εξουθενούσα κιόλας. Κάποια στιγμή, μου έδωσε να διαβάσω την βιογραφία του Παϊσίου, του γνωστού μοναχού και αν και δεν ήμουνα καθόλου του διαβάσματος, αυτό το βιβλίο το διάβασα όλο. Και μου έκανε μεγάλη εντύπωση ένα γεγονός που ανέφερε μέσα. Ήθελε αυτός ο μοναχός να στείλει κάποια γράμματα αλλά δεν είχε καθόλου χρήματα. Προσευχήθηκε λοιπόν στον Θεό και βρήκε σε ένα τούβλο που ήταν δίπλα του, ένα χαρτονόμισμα. Άρχισε ξαφνικά να δημιουργείται μια πίστη μέσα μου κι ένα βράδυ που συζητούσαμε με τον θείο μου, μου λέει: “Να ξέρεις ότι υπάρχει κι ένα βιβλίο που δεν το έχουν γράψει άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός. Είναι η Αγία Γραφή.” Από τότε, χωρίς να το καταλαβαίνω, άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει η ζωή μου. Άρχισα να τρώω, άρχισα να παίρνω κιλά, άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία κάθε Κυριακή...
Αυτό που σου είπε για την Αγία Γραφή, δεν σου κίνησε την περιέργεια ώστε να την διαβάσεις ;
Όχι, αυτό έγινε αργότερα, όπως θα πω στη συνέχεια. Έπιασα δουλειά μετά σε ένα εστιατόριο κι επειδή είχα πάρει κιλά, δεν είχα ρούχα να φορέσω γιατί μου ήτανε όλα στενά. Θυμήθηκα τότε αυτό που είχα διαβάσει στο βιβλίο κι έκανα μια προσευχή ασυναίσθητα και είπα: “Θεέ μου, όπως έδωσες σε αυτόν τον άνθρωπο τότε το χαρτονόμισμα, δώσε μου κι εμένα ένα παντελόνι.” Την άλλη μέρα στην δουλειά, έρχεται το αφεντικό μου, με μια σακούλα με τρία παντελόνια και μου λέει: “Γιώργο, αυτά τα πήρε ο γιός μου και δεν τα θέλει. Δοκίμασε τα και αν σου κάνουνε, είναι δικά σου.” Και ήτανε ακριβώς το νούμερο μου. Εκεί κατάλαβα ότι ο Θεός ακούει, ότι ο Θεός απαντάει. Και έζησα κι άλλες ενέργειες του Θεού εκείνη την περίοδο, την μια πίσω από την άλλη. Στο εξάμηνο τέλειωσε η βίζα (είχα τουριστική βίζα) κι έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα. Θυμάμαι να κατεβαίνω από το αεροπλάνο καλοντυμένος, με ένα ωραίο πουκάμισο, μια απίστευτη εικόνα για μένα. Και γενικά, ήμουν πλέον ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος, από τον άνθρωπο που ήμουν όταν έφυγα.
Οι ουσίες που έπαιρνες πριν, το αλκοόλ, το τσιγάρο, είχανε φύγει από την ζωή σου;
Είχα κόψει το τσιγάρο, το αλκοόλ, τις ουσίες, αγαπούσα τους ανθρώπους, ήμουν πλέον κοινωνικός, ήρεμος... Μια μέρα, ένιωσα μια μεγάλη επιθυμία να βγω από το σπίτι χωρίς να θέλω να πάω κάπου συγκεκριμένα. Ανεβαίνω λοιπόν στο μηχανάκι, κατεβαίνω προς τα κάτω και βρίσκω μπροστά μου μια Ορθόδοξη εκκλησία. Ήταν εκεί ένας παπάς, πήγα για να εξομολογηθώ αλλά τελικά μόνο έκλαιγα και δεν μπορούσα να του μιλήσω. Εκείνη την μέρα, ένιωσα να φεύγει από επάνω μου ένα πολύ μεγάλο βάρος και ένιωσα ότι πετάω, ότι δεν πατάω στη γη. Συνέχισε η ζωή μου, μπήκανε καινούργιες επιθυμίες μέσα μου και ήθελα να τελειώσω το σχολείο, να σπουδάσω. Δεν με δεχόντουσαν όμως σε κανένα σχολείο στη Λαμία (γιατί με αυτά που έκανα παλιά, με είχανε αποβάλει οριστικά) και αναγκάστηκα να πάω σε ένα ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα. Και ήμουνα τόσο καλός στα μαθήματα, σε σημείο που είχανε μείνει έκπληκτοι και οι γονείς μου και όλοι. Δυστυχώς όμως, άρχισα να περιπλέκομαι στο σχολείο με κάποιες παρέες οι οποίες με επηρέασαν άσχημα. Είχανε αυτοί κάποιες θεωρίες, ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός αλλά ένας φιλόσοφος και όλα αυτά ξυπνήσανε μέσα μου την απιστία. Δεδομένου ότι κι εγώ δεν ήμουν ακόμα στηριγμένος στην πίστη.
Ήσουν και μόνος, χωρίς εκκλησία και ο πιστός δεν μπορεί να επιβιώσει πνευματικά έτσι.
Ναι αδελφέ κι εκεί θέλω να καταλήξω, στο πόσο σημαντική είναι η εκκλησία κι ευχαριστούμε τον Θεό γιατί μας πρόσθεσε μέσα στην εκκλησία Του. Άρχισε λοιπόν πάλι η σάρκα στη ζωή μου να παίρνει εξουσία και άρχισα να παίρνω ουσίες χειρότερες από πριν. Έμπλεξα μετά με άλλες παρέες άσχημες, με οργανώσεις ρατσιστικές, και υπήρχε στη ζωή μου πλέον πολλή βία. Αυτό που με σταμάτησε τότε, ήταν όταν ήρθε η μητέρα μου να με δει στην Αθήνα και μου είπε ότι ο αδελφός μου έχει διαγνωστεί με καρκίνο και οι γιατροί δεν του δίνουν ελπίδες. Μόλις το άκουσα,για μια εβδομάδα καθόμουνα σπίτι και δεν πήγαινα πουθενά. Μετά, μια μέρα σηκώθηκα, πήγα στον Πειραιά και πήρα το καράβι για την Τήνο. Κοιμήθηκα στο προαύλιο εκεί της εκκλησίας και χωρίς να μου έχει πει κάποιος για νηστεία και τι λέει ο Λόγος του Θεού, δεν έφαγα τίποτε, ούτε ήπια νερό. Πήγα το πρωί στην ουρά, με τους άλλους ανθρώπους που περίμεναν να προσκυνήσουν, όταν ήρθε όμως η σειρά μου, δεν μίλησα στην εικόνα αλλά μίλησα στον Θεό. Και είπα: “Θεέ μου, ξέρω ότι με ακούς και ήρθα να σου ζητήσω κάτι. Κάνε καλά τον αδελφό μου και ας πεθάνω εγώ στη θέση του.”
Να πούμε εδώ αδελφέ, ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που πέθανε για εμάς. Και για τις αμαρτίες και για τις ασθένειες μας.
Αμήν. Εγώ όμως δεν γνώριζα ακόμα τον Λόγο του Θεού και έτσι το σκέφτηκα εκείνη την ώρα. Ήρθε μετά μέσα μου μια ειρήνη και ήξερα ότι αυτό που ζήτησα έγινε. Όχι: “θα γίνει,” έγινε ήδη. Μετά από μια εβδομάδα, με παίρνει τηλέφωνο η μητέρα μου και μου λέει: “Γιώργο, έγινε ένα θαύμα. Έκανε πάλι εξετάσεις ο αδελφός σου και είναι καθαρές, δεν έχει τίποτε.” Σκέφτηκα τότε: “Οπότε τώρα θα πεθάνω εγώ, αφού έτσι είπα στον Θεό.” Γύρισα πάλι στη Λαμία, φασαρίες εκεί, τσακωμοί, αστυνομίες, ένα χάος ήταν η ζωή μου πραγματικά. Έλεγε θυμάμαι η μητέρα μου: “Αυτό το παιδί ή στον τάφο θα καταλήξει ή στην φυλακή.” Και πράγματι, άλλοι φίλοι μου είχανε πάει φυλακή, άλλοι είχανε πεθάνει κι εγώ δεν είχα κανένα μέλλον. Ώσπου ένα βράδυ, από τις ουσίες που έπαιρνα άρχισα να λυγίζω, πήγα στο νοσοκομείο, και όταν γύρισα σπίτι ήρθε στο μυαλό μου η Αγία Γραφή. Που είχε πει ο θείος μου ότι είναι γραμμένη από τον Θεό. Βρήκα λοιπόν στη βιβλιοθήκη μια Καινή Διαθήκη την άνοιξα από την αρχή, από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και διάβασα λίγο από την γενεαλογία του Χριστού: “Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγέννησε Ιακώβ...” Όμως μου φάνηκε παράξενο να καθίσω να διαβάσω ένα βιβλίο που γράφει μόνο ονόματα -έτσι νόμιζα τότε- και είπα: “Θεέ μου, ξέρω ότι είσαι ζωντανός. Έλα Εσύ να με διδάξεις τον Λόγο Σου για να μπορέσω να Τον καταλάβω.” Έπεσα, κοιμήθηκα, την άλλη μέρα πήγα στην δουλειά (δούλευα οδηγός σε μια κατασκευαστική εταιρία) και στο φορτηγό που πήρα για να δουλέψω, ήταν χαλασμένη η σιντιέρα, η συσκευή του CD. Ρώτησα τους άλλους οδηγούς και μόνο στο δικό μου φορτηγό δεν δούλευε. Εντωμεταξύ, άκουγα εγώ τότε κάτι χέβυ μέταλ συγκροτήματα και κάτι τέτοια πράγματα. Ανοίγω λοιπόν αναγκαστικά το ραδιόφωνο και πέφτω πάνω στον ραδιοφωνικό σταθμό: “Χριστιανισμός” που έπαιζε τότε στη Λαμία στην συχνότητα 90 FM. Κι εκείνη την στιγμή, διάβαζε ο ομιλητής ένα εδάφιο που έλεγε: “Όταν δε το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από του ανθρώπου, διέρχεται δια ανύδρων τόπων και ζητεί ανάπαυση και δεν ευρίσκει. Τότε λέγει, ας επιστρέψω εις τον οίκον μου όθεν εξήλθον και ελθών ευρίσκει αυτόν σεσαρωμένον και στολισμένον. Τότε υπάγει και παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά άλλα πνεύματα πονηρότερα εαυτού και εισελθόντα κατοικούσιν εκεί και γίνονται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χειρότερα των πρώτων.” Συγκλονίστηκα, γιατί ήταν σαν να μου μίλησε εκείνη την ώρα ο Θεός και να μου εξήγησε ακριβώς ποιά ήταν η κατάσταση μου. Από τότε κόλλησα και δεν ήθελα να ακούω τίποτε άλλο, παρά μόνο αυτόν τον ραδιοφωνικό σταθμό. Δούλευα στο φορτηγό δωδεκάωρο και τις δώδεκα ώρες άκουγα συνέχεια.
Πότε έγιναν αυτά;
Το 2007. Και μέσα σε ένα μήνα, από εκεί που ήμουνα ετοιμοθάνατος, η ζωή μου έγινε ένα φως. Ήταν σαν να είχε κατέβει ο Ουρανός κάτω στη γη. Έπαιρνα τηλέφωνο στον σταθμό, έκανα ερωτήσεις, πήρα την Καινή Διαθήκη, διάβαζα, είχα ξεκόψει τελείως από παρέες, είχανε φύγει όλες οι ουσίες... Βαριές ουσίες που ήμουνα δεμένος. Μια μέρα, όπως οδηγούσα το φορτηγό, αισθάνθηκα ένα φως να έρχεται δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού -ο Κύριος ήταν αλλά δεν μπορούσα να γυρίσω να Τον κοιτάξω- και εκείνη την στιγμή, έβλεπα μπροστά μου σαν ταινία να περνάει όλη η ζωή μου. Κι άκουγα μια φωνή να μου λέει: “Εγώ σε φύλαξα εκεί, Εγώ σε φύλαξα κι εκεί...” Αναρίθμητες φορές, από την παιδική μου ηλικία μέχρι την στιγμή εκείνη. Είπα τότε: “Θεέ μου, τι θα μπορούσα να κάνω Εγώ για Εσένα;” Και ακούω μια φωνή να μου λέει: “Θέλω να πας στην εκκλησία Μου.” Άρχισα λοιπόν να πηγαίνω κάθε Κυριακή, στην Ορθόδοξη εκκλησία που είχα πάει και είχα εξομολογηθεί. Άκουγα όμως και τον ραδιοφωνικό σταθμό ταυτόχρονα κι έβλεπα ότι πολλά πράγματα εκεί δεν ήταν σωστά. Κάποια στιγμή, ένιωσα πολύ έντονα την ανάγκη να βαπτιστώ στο νερό. Πήγα στην εκκλησία, πήρα θεία κοινωνία (ήμουν ο μόνος που έπαιρνα κάθε Κυριακή και για αυτό με κοιτάγανε όλοι περίεργα) και μετά είπα στον παπά ότι θέλω να βαπτιστώ. Μου λέει: “Δεν έχεις βαπτιστεί όταν ήσουν μωρό;” Του λέω: “Αυτό ούτε καν το θυμάμαι. Και από τότε, έχω ζήσει όλη μου την ζωή μέσα στην αμαρτία, όμως τώρα ήρθε ο Χριστός και με έσωσε.” Μου λέει: “Τώρα που έκλαψες για τις αμαρτίες σου, αυτό το δάκρυ είναι η συνέχεια του βαπτίσματος.” Δεν με έπεισε βέβαια και την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο στον ραδιοφωνικό σταθμό και μίλησα με τον αδελφό Νικολακόπουλο. Μου εξήγησε ακριβώς τι είναι το βάπτισμα και μου έδωσε και την διεύθυνση της Ελευθέρας Αποστολικής Εκκλησίας Πεντηκοστής στη Λαμία.
Μέχρι τότε, δεν είχες καταλάβει από ποιά εκκλησία είναι ο σταθμός;
Όχι και πιστεύω ότι ο Θεός επέ-τρεψε να το καταλάβω την ώρα που έπρεπε. Πήγα λοιπόν την επόμενη Κυριακή, στην διεύθυνση που μου έδωσε και όπως ήταν -την ώρα της προσευχής- όλοι γονατιστοί, γονάτισα κι εγώ. Ξεκίνησε το κήρυγμα, δεν το άκουσα καθόλου εκείνη την μέρα αλλά ένιωσα πολύ οικεία με τον χώρο. Και μετά, σε κάποια συζήτηση που είχαν τα αδέλφια μεταξύ τους, θυμάμαι είπε κάποιος: “Τα αφήνουμε όλα στον Κύριο και ο Κύριος θα αναλάβει.” Μόλις το άκουσα αυτό, πραγματικά αναπαύθηκε η ψυχή μου και είπα: “Αυτοί οι άνθρωποι εμπιστεύονται τον Θεό, άρα εδώ είναι η εκκλησία Του.” Έμεινα λοιπόν στην εκκλησία, βαπτίστηκα μετά από κάποιες μέρες στο νερό και καθώς άκουγα τους αδελφούς που έλεγαν για το Πνεύμα το Άγιο, άρχισα να Το ζητάω κι εγώ. Έλεγα όμως: “Θέλω Κύριε να με βαπτίσεις με Πνεύμα Άγιο μέσα στην εκκλησία.” Ώσπου ένα βράδυ, έζησα μια εμπειρία πνευματική. Ο λόγος που άκουγα από τον ραδιοφωνικό σταθμό σαν να έγινε μια οντότητα, να υλοποιήθηκε και να μπήκε μέσα μου. Γονάτισα και ένιωσα τότε μια παρουσία να με αγκαλιάζει. Σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι το Πνεύμα το Άγιο, θυμήθηκα όμως ότι δεν ήθελα να το λάβω όταν είμαι μόνος, ότι ήθελα να το λάβω στην εκκλησία. Με το που έκανα αυτή την σκέψη, αμέσως αυτή η παρουσία απομακρύνθηκε.
Ο Θεός σέβεται πάντα την ελευθερία του ανθρώπου.
Ακριβώς. Σκέφτηκα όμως μετά, ότι ο Θεός μπορεί να ήθελε να γίνουν αλλιώς τα πράγματα από ότι ήθελα εγώ. Για αρκετή ώρα, ήταν σαν να έδινα μια μάχη με τις σκέψεις μου, μέχρι που τελικά, ζήτησα με την καρδιά μου αυτή την παρουσία να έρθει. Την άλλη μέρα που ξύπνησα, πέταγα από χαρά και όταν προσευχόμουνα, μιλούσα σε ξένες γλώσσες. Και καθώς διάβαζα την Αγία Γραφή, ήταν σαν να βρίσκεται ο Κύριος δίπλα μου και να με διδάσκει τον Λόγο Του. Εκείνη την εποχή ήμουνα πολύ ενθουσιασμένος με αυτό που είχε γίνει στη ζωή μου κι όταν έβλεπα άλλους νέους στην εκκλησία που ζητούσαν να παντρευτούν δεν το καταλάβαινα. Όμως στην πορεία είδα ότι θα είναι κάτι καλό και για μένα και είπα: “Κύριε, αν είναι θέλημα Σου, Εσύ γνωρίζεις καλύτερα.” Και τότε, σε μια επίσκεψη της εκκλησίας του Βόλου στη Λαμία, γνώρισα την σημερινή σύζυγο μου, την Ζωή. Να σας τα πει όμως και η ίδια καλύτερα.-
Θα συνεχίσουμε στο επόμενο τεύχος με την ομολογία της αδελφής Ζωής.





