Skip to main content
play button christianity Ακούστε  |  48kbps  |  96kbps  |
on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag

Στέλιος Μαράκης

“Όστις έχει τον Υιόν έχει την ζωήν· όστις δεν έχει τον Υιόν του Θεού, την ζωήν δεν έχει. Ταύτα έγραψα προς εσάς τους πιστεύοντας εις το όνομα του Υιού του Θεού, διά να γνωρίζητε ότι έχετε ζωήν αιώνιον, και διά να πιστεύητε εις το όνομα του Υιού του Θεού.” Α΄ Ιωάννου ε΄ 12-13

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του ακόμα ένας αδελφός μας από την εκκλησία της Νάξου, ο αδελφός Στέλιος Μαράκης.

 |  Ομολογίες
marakis-stelios

“Όστις έχει τον Υιόν έχει την ζωήν· όστις δεν έχει τον Υιόν του Θεού, την ζωήν δεν έχει. Ταύτα έγραψα προς εσάς τους πιστεύοντας εις το όνομα του Υιού του Θεού, διά να γνωρίζητε ότι έχετε ζωήν αιώνιον, και διά να πιστεύητε εις το όνομα του Υιού του Θεού.” Α΄ Ιωάννου ε΄ 12-13

Αυτό το μήνα, θα μας δώσει την μαρτυρία του ακόμα ένας αδελφός μας από την εκκλησία της Νάξου, ο αδελφός Στέλιος Μαράκης.

Αδελφέ Στέλιο, είσαι νομίζω ο γαμπρός του Μανώλη, που μας έδωσε την μαρτυρία του τον προηγούμενο μήνα.

Σωστά, είμαι γαμπρός του Μανώλη, έχω παντρευτεί την αδελφή του.

Ευχαριστούμε τον Θεό για εσάς τους Ναξιώτες, που ομολογείτε τον Χριστό με παρρησία.

Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Θα ήθελα να ξεκινήσω την ομολογία μου, από τα παιδικά μου χρόνια. Γεννήθηκα το 1969, εδώ, στη Μονή της Νάξου και είμαι το δεύτερο, από έξι παιδιά συνολικά. Ο πατέρας μου ήτανε κτηνοτρόφος και η εποχή που μεγάλωσα, την δεκαετία του 1970, δεν έχει καμία σχέση με την εποχή που ζούμε σήμερα. Ήτανε η στάνη μας επάνω στο βουνό, οχτώ χιλιόμετρα απόσταση από το χωριό, και πηγαίναμε κι ερχόμασταν με τα πόδια. Εμένα -επειδή ήμουν και ο πρώτος από τα αγόρια- από ηλικία τριάμιση χρονών, με έπαιρνε ο πατέρας μου μαζί του στην δουλειά.

Για να μαθαίνεις ;

Για να τον βοηθώ. Ο πατέρας μου ήταν καλός άνθρωπος, εργατικός, αλλά ήτανε και σκληρός συνάμα. Εκεί στο βουνό λοιπόν, μου συνέβη το πρώτο περιστατικό με τον Θεό, το οποίο μου το διηγήθηκε αργότερα ο ίδιος ο πατέρας μου. Ήμασταν πάνω σε ένα ύψωμα, όπου ήτανε δίπλα γκρεμός. Και πως διέφυγα εγώ της προσοχής του κι έφυγα κάτω, στο κενό. Από τον τρόμο του φώναξε: “Παναγία μου” και ξαφνικά, με ανεξήγητο τρόπο, βρέθηκα να είμαι δίπλα του, λες και με άρπαξε κάποιος στον αέρα και με μετέφερε. Ο άνθρωπος επικαλέστηκε τότε αυτό που γνώριζε, όμως ο Κύριος είναι αγαθός, τον άκουσε και με έσωσε. Αυτό το γεγονός τον είχε συγκλονίσει και το θυμότανε, ακόμα και στο γήρας του. Μετά ξεκίνησα να πηγαίνω στο Δημοτικό, μόλις σχολούσα όμως, πήγαινα και βοηθούσα στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Και πολλές φορές κοιμόμουνα και στη μάντρα, στο μιτάτο. Μιτάτο λέμε την αποθήκη όπου τυροκομούνε οι κτηνοτρόφοι και κάνουν εκεί όλο το νοικοκυριό τους.

Με τον Θεό τι σχέση είχες ; Πίστευες, προσευχόσουν καμιά φορά;

Αυτό που θυμάμαι, είναι, πως όταν μου συνέβαινε κάτι δύσκολο, φώναζα πάντα: “Χριστέ μου”, δεν έλεγα άλλο όνομα. Και επειδή δεν είχαμε τότε τηλεοράσεις και τέτοια πράγματα, διάβαζα πολλά παιδικά περιοδικά, και ανάμεσα σε όλα αυτά, υπήρχε στο σπίτι και μια μικρή, μπλέ, Καινή Διαθήκη. Και πότε-πότε, διάβαζα μέσα από τα Ευαγγέλια τις ιστορίες του Χριστού. Υπήρχε βέβαια στη Μονή και μια πιστή οικογένεια, η οικογένεια του αδελφού μας Γιάννη Περιστεράκη, που ήταν πραγματικά ένας φάρος, που έφεγγε το φως του Χριστού στο χωριό μας. “Πόλις κειμένη επάνω όρους” όπως λέει η Καινή Διαθήκη. Γνωριζόμασταν με τα παιδιά του, αλλά κάνανε παρέα με τα αδέλφια μου περισσότερο, εγώ ήμουνα τις πιο πολλές ώρες στη δουλειά. Στα 18 μου χρόνια, μόλις τέλειωσα το Λύκειο, γνωρίζω ένα φίλο, τον Τάσο, ο οποίος μου μίλησε για τον Κύριο. Πήγα μαζί του και στην Αθήνα, στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής, στην οδό Σοφοκλέους, όμως μου φάνηκαν όλα εκεί, πολύ παράξενα. Παρόλα ταύτα, μπορώ να σου πω ότι με άγγιξε ο Λόγος του Θεού που άκουσα. Γύρισα πάλι στη Νάξο, αλλά επειδή είχα ζήσει εκεί δύσκολα χρόνια, ήθελα να φύγω, είχα τάσεις φυγής. Κι έτσι, το 1990, αποφάσισα να πάω στην Αμερική.

Είχες στην Αμερική κάποιους συγγενείς;

Ήταν εκεί η αδελφή μου, αλλά δεν είχε ακόμα υπηκοότητα ώστε να μου κάνει πρόσκληση, οπότε έπρεπε να πάρω βίζα. Πολύ δύσκολα έδιναν όμως τότε βίζα και τελικά σκεφτήκαμε να πάω πρώτα στον Καναδά και μετά από εκεί στη Νέα Υόρκη. Με σταμάτησαν όμως στα σύνορα, με κλείσανε στο Αλλοδαπών και τελικά με απελάσανε πίσω στην Ελλάδα. Κι ευχαριστώ τώρα τον Θεό γι’ αυτό, γιατί αν πήγαινα στην Αμερική, ήμουν αποφασισμένος να μείνω εκεί, και η ζωή μου δεν θα ήτανε μετά ως πρέπει. Το 1991 πάλι ήθελα να φύγω και πήγα στην Αθήνα, στην Πετρούπολη. Έπιασα δουλειά σαν οικοδόμος, είχα νοικιάσει κι ένα σπιτάκι, και μια μέρα που γυρίζω από την δουλειά, βλέπω μπροστά μου, “φάντη μπαστούνι” όπως λένε, τον πατέρα μου. Χωρίς να τον περιμένω, χωρίς τίποτε. Και μου λέει: “Σε παρακαλώ παιδί μου, να έρθεις πάλι στη Νάξο, αλλιώς θα τα πουλήσω όλα. Εγώ για εσάς έφτιαξα ότι έφτιαξα.” Τον είδα και δάκρυσε κιόλας κι εκεί κλονίστηκα κι αποφάσισα να επιστρέψω πίσω.

Πιστεύεις ότι ήταν πάλι το χέρι του Θεού;

Ναι, και θα σου πω το γιατί. Το 1994 γνώρισα στη Νάξο την γυναίκα μου, την Μανωλία, η οποία ήτανε για μένα ένας σταθμός στη ζωή μου. Γι΄ αυτό λέω ότι δεν με άφησε ο Κύριος να πάω στην Αμερική, ούτε να μείνω μετά στην Αθήνα, γιατί τότε δεν θα γνώριζα την γυναίκα μου, που ήταν πραγματικά για εμένα ένα δώρο από τον Θεό. Μέχρι σήμερα, που είμαστε 30 χρόνια μαζί, δεν έχω βαρεθεί ποτέ μαζί της. (Να κάνω εδώ μια παρένθεση και να προτρέψω όλους τους νέους να προσεύχονται ένθερμα για το θέμα του γάμου, να τους δώσει καλό συνάντημα ο Κύριος.)  Η γυναίκα μου ήταν ορφανή από πατέρα και με έπιασε θυμάμαι τότε ο πατέρας μου και μου λέει: “Πρόσεχε καλά τι θα κάνεις, γιατί η κοπέλα είναι ορφανή.” Οι παλιοί άνθρωποι είχανε ήθος που δεν υπάρχει σήμερα. Πήγα λοιπόν και την ζήτησα, δώσαμε λόγο, αρραβωνιαστήκαμε και δύο χρόνια μετά, το 1996 παντρευτήκαμε. Δεν είχαμε στην αρχή, ούτε σπίτι δικό μας, ούτε τίποτε, όμως αγαπιόμασταν. Δούλευα μεροκάματο, δούλευα και στα ζώα, αλλά ήμουν ενθουσιασμένος και δεν με ένοιαζε τίποτε. Κάναμε μετά δύο παιδιά, η πρώτη κόρη μας η Μαριάννα γεννήθηκε το 1997, δύο χρόνια μετά ο γιός μας ο Νίκος (να πω εδώ, ότι το 2009 μας εχάρισε ο Θεός ακόμα ένα παιδί, την Γεωργία, η οποία γεννήθηκε μέσα στην εκκλησία) όμως εγώ δεν ήμουνα και το πρότυπο, πατέρα και συζύγου. Παρατούσα την γυναίκα μου στο σπίτι και πήγαινα συνέχεια στις ταβέρνες και στα καφενεία. Η ζωή μου εκείνο τον καιρό, ήτανε μόνο να δουλεύω και μετά να βγαίνω έξω, να πίνω και να χορεύω. Δεν είχα καμία σχέση με τον Θεό.

Είπες ότι είχες πάει στην εκκλησία στην Αθήνα, στη Νάξο είχες πάει ποτέ;

Μια φορά μόνο είχα πάει, σαν παιδί, μαζί με τους Περιστεράκηδες. Αλλά ήταν κάτι πολύ μακρινό, ούτε που το θυμόμουν καλά-καλά. Κι έρχεται το έτος 2005, όπου πιάνω στο αυτοκίνητο, τον ραδιοφωνικό σταθμό “Χριστιανισμός.” Μου άρεσε πάρα πολύ, τον άκουγα συνέχεια και δεν ξεκολούσε η βελόνα από εκεί. Το 2006-2007 άρχισε να με αγγίζει πιο πολύ ο Κύριος κι εκείνο το καλοκαίρι, έρχεται στο χωριό μια αδελφή μας, η Μαρία, που ήταν ο άντρας της Μονιάτης. Κι έκανα εγώ τότε παρέα με τον γιό της, γιατί είχαμε μοτοσυκλέτες και οι δύο. (Να κάνω εδώ μια παρένθεση και να σου πω ότι με είχε φυλάξει ο Θεός από ένα πολύ σοβαρό ατύχημα με την μοτοσυκλέτα όπου έπεσα και χτύπησα με το κεφάλι πάνω σε κάτι μαρμαρόπετρες.) Τα βράδια λοιπόν, πήγαινα στο σπίτι τους και καθόμασταν στη βεράντα, και μου λέει σε κάποια στιγμή η αδελφή: “Δεν έρχεσαι μαζί μου, την Κυριακή το πρωί στην εκκλησία;” Και χωρίς να το πολυσκεφτώ, της λέω: “Ναι, θα έρθω.” Εντωμεταξύ, κάθε Κυριακή, όταν τελειώναμε το πρωί με τα ζώα, πηγαίναμε με τα αδέλφια μου και με φίλους και πίναμε τα ουζάκια μας. Ήτανε καθιερωμένο αυτό, δεν άλλαζε. Εκείνη την Κυριακή όμως, ενθυμούμενος αυτό που είχα πει στην αδελφή, λέω: “Τώρα αν δεν πάω, θα πει ότι είμαι ψεύτης.” Πήγα λοιπόν στην εκκλησία, κάθισα στο τελευταίο θρανίο κι άκουγα το κήρυγμα. Την πρώτη φορά, δεν έδωσα μεγάλη σημασία σε αυτά που άκουγα, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ, όλο το περιβάλλον. Βγαίνοντας όμως, ήρθε στη σκέψη μου ένας πονηρός διαλογισμός: “Γίνεται ο Θεός να είναι μόνο για τόσους λίγους;” Γιατί δεν ήταν πολλά αδέλφια εκείνη την μέρα στην συνάθροιση. Δεν ήξερα το εδάφιο που λέει ο Χριστός: “Μη φοβού μικρόν ποίμνιον διότι ο Πατήρ σας, ευδόκησε να σας δώσει την βασιλείαν.” Όταν ήρθε η επόμενη Κυριακή, ένιωθα λες και κάποιος με τράβαγε να πάω στην εκκλησία. Και την μεθεπόμενη Κυριακή το ίδιο. Και όπως επέστρεφα στο σπίτι, με το μηχανάκι κι ανέβαινα από την Χώρα για τη Μονή, έκλαιγα στον δρόμο κι έλεγα: “Μα τι έχω πάθει και κλαίω;” Γιατί ήμουνα και κομματάκι σκληρός, δεν ήμουνα ο άνθρωπος ο ευαίσθητος, ο τρυφερός, που έβαζε εύκολα τα κλάματα. Ένιωθα όμως μέσα μου, καθώς έκλαιγα, πάρα πολύ ευχάριστα.

Σύντριβε τη καρδιά σου, ο Λόγος του Θεού που άκουγες.

Ναι αδελφέ μου, ο Λόγος του Θεού. Πόσο ζωντανός είναι και τι θαυμάσια πράγματα κάνει! Είναι αυτό που λέει η Αγία Γραφή, στη πρώτη επιστολή του Αποστόλου Πέτρου: “επειδή αναγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος αλλά αφθάρτου, δια του Λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα.” Με άγγιζε τόσο πολύ ο Λόγος του Θεού, που ήθελα να πηγαίνω κάθε Κυριακή, να ακούω το κήρυγμα. Κι όταν γυρνούσα, καθόμουνα στη βεράντα και διάβαζα την Καινή Διαθήκη, με το τσιγάρο στο χέρι. Όλα μαζί τα έκανα. Σε κάποια στιγμή όμως, καθώς διάβαζα τα λόγια του Χριστού, ένιωσα κάποια δύναμη να με απωθεί από το τσιγάρο, να με ελευθερώνει. Και το έκοψα μαχαίρι, κάτι πολύ θαυμαστό, γιατί είχα δοκιμάσει και στο παρελθόν να το κόψω και δεν τα είχα καταφέρει. Εκείνο τον καιρό, ζητούσα από τον Κύριο να μου δώσει μια δουλειά. Και μου δείχνει ένα βράδυ, σε ενύπνιο, να φοράω μια στολή. Τέλος του 2007, Νοέμβρη νομίζω, με ειδοποιούνε από την Ερμούπολη της Σύρου και μου λένε: “Κύριε Μαράκη, είστε μέσα στους επίλεκτους για την Αγροφυλακή.” Έπεσα από τα σύννεφα. Πριν από χρόνια, το1993, είχε βγει μια προκήρυξη για αγροφύλακες, είχα περάσει στο ΑΣΕΠ κάποιες εξετάσεις, όμως άλλαξε μετά η κυβέρνηση και δεν προχώρησε το πράγμα. Και το έκανε ο Κύριος να διοριστώ, όταν το είχα ξεχάσει εγώ τελείως. Αποτέλεσμα τούτου, έπιασα αυτή τη δουλειά, άλλαξε τελείως το πλάνο της ζωής μου και πούλησα όλα μου τα ζώα στον αδελφό μου. Και καθώς έβλεπα τον Κύριο να ενεργεί θαυμαστά, άρχισα να μιλάω σε όλους τους ανθρώπους για τον Χριστό. Μίλησα στον κουνιάδο μου τον Μανώλη και δέχτηκε τον Χριστό κατευθείαν. Ήταν ο πρώτος που πίστεψε. Μετά πίστεψε η γυναίκα μου. Είδε ότι έκοψα το τσιγάρο, έκοψα τα κρασιά, έκοψα τις ταβέρνες κι αυτό την διέγειρε, ήρθε στην εκκλησία και πολύ γρήγορα αναγεννήθηκε. Μετά πίστεψε ο αδελφός μου ο Μιχάλης, που ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Αλκοολικός μέχρι ακρότητας. Και ήρθε κι ο Μιχάλης στην εκκλησία κι ελευθερώθηκε από όλα.

Εντωμεταξύ, είχες βαπτιστεί εσύ στο νερό;

Όχι, ακόμα δεν είχε βαπτιστεί κανένας από εμάς. Οκτώβρη του 2008 είχαν έρθει να μας επισκεφτούν στη Νάξο, ο αδελφός Νικολακόπουλος, μαζί με τον αδελφό Δανιήλ Γρίβα και μας βάπτισαν στο νερό, μαζί με τον αδελφό Αντώνη Περιστεράκη, τον ποιμένα μας εδώ στην εκκλησία. Πρώτα εμένα και τη γυναίκα μου και μετά δύο μέρες, τον Μανώλη και τον Μιχάλη. Κι έγινε μια πολύ μεγάλη ευλογία πραγματικά. Τρείς μήνες μετά, τον Γενάρη, με επισκέφτηκε ο Κύριος και με βάπτισε με Πνεύμα Άγιο. Είχαμε προσευχή εκείνη τη μέρα στο σπίτι μας και αργά το βράδυ, ξαφνικά, βλέπω μια πύρινη μπάλα να έρχεται μέσα από το Σύμπαν με ασύλληπτη ταχύτητα...

Έβλεπες μια πνευματική όραση;

Δεν ξέρω αν ήταν όραση ή όραμα, εγώ το βίωνα σαν κάτι απολύτως ζωντανό. Και διέτρεχε αυτή η μπάλα το Σύμπαν (πάνω δεν έβλεπα ταβάνι, έβλεπα το Σύμπαν) μέχρι που ήρθε και μπήκε κατευθείαν μέσα στην κοιλιά μου. Τινάχτηκα τότε πάνω κι έπιασα το σώμα μου, να δω αν υπάρχω ακόμα, γιατί νόμιζα ότι εξαϋλώθηκα, ότι διαλύθηκα. Φώναζα: “Πατέρα σε ευχαριστώ... σε ευχαριστώ...” και λαλούσα σε ξένες γλώσσες. Η βάπτιση στο Άγιο Πνεύμα είναι κάτι ανεπανάληπτο, δεν περιγράφεται με λόγια. Μετά πίστεψε και η Άννα του Μανώλη -αν και στην αρχή ήταν πολύ αντίθετη- μετά πίστεψε και η Δήμητρα, του αδελφού μου, του Μιχάλη και μετά πίστεψε και η μητέρα μου. Αλλά ο πατέρας μου ήτανε πολύ σκληρός και δεν την άφηνε να έρθει στην εκκλησία. Να σου πω εδώ, ότι ο πατέρας μου με απόπαιρνε τότε πάρα πολύ, έλεγε ότι τον ρεζιλέψαμε εκεί που πήγαμε και με θεωρούσε εμένα τον υπαίτιο. Ώσπου το 2016 παθαίνει ένα εγκεφαλικό, όπου ένιωσε  -αν και ήταν μόνος στο δωμάτιο- ότι κάποιος τον έπιασε και τον επέστρεψε πίσω. Και τότε είπε στη μητέρα μου να πάει, αν θέλει, στην εκκλησία και εκείνη ήρθε και βαπτίστηκε κατευθείαν εν ύδατι. Τελικά ο πατέρας μου πέθανε 93 χρονών, στις 7 Ιανουαρίου του 2021. Την προηγούμενη μέρα είχε πέσει το οξυγόνο του, πήγα να τον δω, προσευχήθηκα για εκείνον κι ανένηψε. Και μου διηγήθηκε όσα είχε δει το προηγούμενο βράδυ, όπου είχε δει οράματα Θεού και του είχε πει ο Κύριος: “Δεν ήσουν δίκαιος.”

Είχε μέσα στην καρδιά του αυτοδικαίωση;

Πίστευε ότι είχε μείνει πιστός σε αυτό που του είχαν μάθει οι γονείς του. Του είχα πει όμως, πως: “Όταν έρθει εκείνη η ώρα που θα φύγεις, αν έχεις τον Χριστό, θα έχεις την ζωή, αν Χριστό δεν έχεις, ζωή δεν θα έχεις.” Και τελικά, αυτός ο άνθρωπος, που είχε δουλέψει όλη του την ζωή νυχθημερόν για να φτιάξει μια περιουσία, που είχε κάνει έξι παιδιά και δεκαπέντε εγγόνια, έφθασε να μου πει ότι: “Στη ζωή μου, δεν έχω κάνει τίποτε.” Κατάλαβε στο τέλος, την ματαιότητα αυτού του κόσμου. Τον άφησα εκείνο το βράδυ, πήγα σπίτι, όμως στις 5 η ώρα τα χαράματα, με διέγειρε ο Θεός και γονάτισα να προσευχηθώ. Στις 6.30 ένιωσα πολύ έντονα την παρουσία του Θεού, κατάλαβα ότι κάτι έγινε και πράγματι, μετά από λίγο πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου, να μου πει ότι ο πατέρας μου έφυγε. Πιστεύω όμως ότι ο Κύριος τον έσωσε. Είχε πει στη μητέρα μου πριν ξαπλώσει, ότι: “Τούτο το κρεβάτι, απόψε φεύγει για επάνω” και πέθανε ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Μου λείπει ακόμα, γιατί είχαμε ζήσει πολύ μαζί, όμως πιστεύω ότι θα τον ξαναδώ μια μέρα, στη Βασιλεία των Ουρανών.

Μακροθυμεί ο Θεός και περιμένει τον άνθρωπο, μέχρι και την τελευταία του στιγμή.

Αμήν αδελφέ μου. Γράφει ο Λόγος του Θεού στη Β΄ Πέτρου επιστολή ότι: “Δεν βραδύνει ο Κύριος την υπόσχεσιν αυτού, ως τινές λογίζονται τούτο βραδύτητα, αλλά μακροθυμεί εις ημάς, μη θέλων να απολεσθώσι τινές, αλλά πάντες να έλθωσιν εις μετάνοιαν”. Ο ερχομός του Κυρίου είναι πολύ κοντά, όμως ο Κύριος μακροθυμεί, θέλει να συνάξει πρώτα όλα τα πρόβατα Του και πιστεύω ότι αυτός είναι ο καιρός που ζούμε τώρα. Κι εδώ στη Νάξο, μιλάμε τον Λόγο του Θεού παντού- όπου μας ανοίξει θύρα ο Θεός- και είναι αρκετοί οι συμπαθούντες, δεν μας κατατρέχουν πλέον και δεν μας χλευάζουν, όπως τα παλιότερα χρόνια. Πιστεύω ότι ο Κύριος θα κάνει μεγάλη σωτηρία στο νησί μας και στους συγγενείς μας, γιατί ο Θεός είναι αψευδής, κι όλα όσα μας έχει υποσχεθεί στο Λόγο Του, θα τα εκπληρώσει στο ακέραιο. Αρκεί εμείς να μείνουμε πιστοί, κανένας να μην στραφεί εις τα οπίσω, αλλά αυτό που λάβαμε από τον Κύριο, να το κρατήσουμε μέχρι το τέλος.