Εξετάζω τη σχέση μου με το Θεό
Πόσο διψάω για την παρουσία του Θεού στη ζωή μου;
Το πρώτο βήμα στο να εξετάσω τη σχέση μου με τον Θεό, είναι να δω μέσα μου πόση δίψα έχω για την παρουσία Του. Πόση προσμονή έχει η καρδιά μου να έρθει σε συνάντηση μαζί Του. Ο Δαβίδ το κατάλαβε αυτό βαθιά. Είχε καταλάβει ότι έχει να κάνει με έναν ζωντανό Θεό και δεν έβλεπε την ώρα να έρθει και να σταθεί και να φανεί μπροστά Του.

Πόσο διψάω για την παρουσία του Θεού στη ζωή μου;
Το πρώτο βήμα στο να εξετάσω τη σχέση μου με τον Θεό, είναι να δω μέσα μου πόση δίψα έχω για την παρουσία Του. Πόση προσμονή έχει η καρδιά μου να έρθει σε συνάντηση μαζί Του. Ο Δαβίδ το κατάλαβε αυτό βαθιά. Είχε καταλάβει ότι έχει να κάνει με έναν ζωντανό Θεό και δεν έβλεπε την ώρα να έρθει και να σταθεί και να φανεί μπροστά Του.
Να φανεί όπως είναι. Η κινητήρια δύναμη μέσα του ήταν η δίψα να φανεί μπροστά στον Κύριο. Αυτό είναι που έχουμε ανάγκη και σήμερα. Να ζητήσουμε από τον Κύριο να βάλει μια τέτοια δίψα στην ψυχή μας. Να αναρωτηθούμε γιατί δεν την έχουμε στο βαθμό που θα έπρεπε. Μήπως γιατί προσπαθούμε να ξεδιψάσουμε με άλλα υποκατάστατα; Στα μικρά παιδιά λέμε να μην τρώνε πολλά γλυκά γιατί θα τους κόψει την όρεξη και δεν θα φάνε το φαγητό τους. Μήπως τρώμε πράγματα ξένα που μας κόβουν την όρεξη και την δίψα για τον Θεό; Μήπως τα πράγματα αυτά μας κάνουν να αποσπούμε την προσοχή μας από το πρόσωπό Του; Αυτές είναι χρήσιμες ερωτήσεις αυτοεξέτασης που οφείλουμε να κάνουμε στον εαυτό μας εάν θέλουμε να χτίσουμε μια ζωντανή σχέση με τον Θεό όπου η παρουσία Του θα έρχεται και θα κατοικεί ανάμεσά μας.
«Διψά η ψυχή μου τον Θεόν, τον Θεόν τον ζώντα· πότε θέλω ελθεί και θέλω φανή ενώπιον του Θεού;» Ψαλ. μβ:2
Μια σχέση αγάπης κτίζεται με ένα πρόσωπο, όταν ξοδεύουμε χρόνο μαζί του. Ο Δαβίδ ζητά τον Κύριο με το πρώτο φως της ημέρας. Δεν το κάνει από νόμο. Το κάνει από δίψα. Η ψυχή του, η σάρκα του, όλο του το είναι διψά για τον Θεό γιατί καταλαβαίνει ότι η γη είναι έρημος. Ο κόσμος γύρω είναι ξερός και έρημος. Δεν μπορεί ο κόσμος αυτός να ξεδιψάσει την ψυχή του ανθρώπου. Αυτή η προσευχή μοιάζει με τον Ισαάκ που ανοίγει τα φρέατα βγάζοντας χώματα και πέτρες για να μπορεί να βρει τα αναβλύζοντα καθαρά νερά για να ξεδιψάσει. Η στάση αυτή έχει κόπο. Αυτός που διψά όμως παραμερίζει τον κόπο γιατί προσδοκά μια συνάντηση με Αυτόν που μπορεί να τον ξεδιψάσει.
«Θεέ, συ είσαι ο Θεός μου· από πρωΐας σε ζητώ· σε διψά η ψυχή μου, σε ποθεί η σαρξ μου, εν γη ερήμω, ξηρά και ανύδρω...» Ψαλ. ξγ:1
Ο Ασά βασιλεύει στον Ιούδα και επιθυμεί να κάνει το ευθές ενώπιον του Θεού. Αφαιρεί τα είδωλα και εκζητά τον Κύριο. Ο Κύριος ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη στάση ζωής και του μιλάει με τον προφήτη Αζαρία και προειδοποιητικά και ενθαρρυντικά. Ο Ασά ενδυναμώνεται και αποφασίζει να βγάλει όλα τα βδελύγματα. Ο λαός επηρεάζεται θετικά και μπαίνουν όλοι σε συνθήκη, σε συμφωνία δηλαδή, να εκζητήσουν τον Θεό με όλη τους την καρδιά. Όταν υπάρχει συμφωνία στην εκζήτηση του Θεού ο Θεός δεν μένει αμέτοχος. Πόσο μάλλον όταν αυτή η εκζήτηση γίνεται με όλη την καρδιά και την ψυχή. Και σήμερα έχουμε ανάγκη από μια τέτοια συνθήκη. Για αυτό, ας παραστήσουμε τα σώματά μας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, Ρωμ. ιβ:1. Θυσία στην οποία θα μπούμε αυτοβούλως και ελεύθερα παρακινούμενοι από ένα πνεύμα εκζήτησης της παρουσίας του Θεού με όλη μας την καρδιά.
«Και εισήλθον εις συνθήκην να εκζητήσωσι Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών, εξ όλης της καρδίας αυτών και εξ όλης της ψυχής αυτών...» Β΄ Χρον. ιε:12
Πόσο μου αρέσει η προσευχή;
Το δεύτερο βήμα είναι να αναρωτηθώ πόσο μου αρέσει η προσευχή; Ποια βαρύτητα έχει η προσευχή μέσα στην καθημερινότητά μου; Πόσο σταθερότητα έχει η ζωή της προσευχής μου; Ο Δανιήλ ενώ υπεγράφη διάταγμα που απαγόρευε την προσευχή, αυτός συνέχιζε να κάνει ό,τι έκανε και πριν. Η προσευχή δεν είναι ούτε ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών, ούτε η τελευταία σανίδα σωτηρίας ενώ όλα έχουν χαθεί. Η προσευχή είναι μια σχέση αγάπης με τον Θεό ((Λουκάς β:36 - Άννα προφήτις) και πάνω από όλα περπάτημα με τον Θεό (Γένεσις ε:24 - Ενώχ 300 χρόνια με το Θεό). Η προσευχή είναι επίσης ένα πεδίο πνευματικού αγώνα (Ρωμαίους ιε:30, - συναγωνίσθητε μετ’ εμού εις την προσευχήν). Ένα κρίσιμο ερώτημα εδώ προς προβληματισμό είναι κατά πόσο ζω στο επίπεδο της προσευχής μου; Όταν αποκαλώ για παράδειγμα στην προσευχή μου τον Θεό Παντοδύναμο, πόσο το πιστεύω και το ζω αυτό όταν έρχεται ένα πρόβλημα στη ζωή μου;
«Και ο Δανιήλ, καθώς έμαθεν ότι υπεγράφη η γραφή, εισήλθεν εις τον οίκον αυτού· και έχων τας θυρίδας του κοιτώνος αυτού ανεωγμένας προς την Ιερουσαλήμ, έπιπτεν επί τα γόνατα αυτού τρίς της ημέρας, προσευχόμενος και δοξολογών ενώπιον του Θεού αυτού, καθώς έκαμνε πρότερον.» Δαν. ς:10
Σε ποιο βαθμό η προσευχή έχει γίνει μια απαραίτητη συνήθεια στη ζωή μου; Ο Κύριος μας έδωσε ένα καταπληκτικό παράδειγμα εδώ. Είχε κάνει συνήθεια το να πηγαίνει στο όρος των Ελαιών και να προσεύχεται. Στην συνήθειά Του αυτή Τον ακολουθούσαν και οι μαθητές. Δεν έχει σημασία τόσο η ποσότητα όσο η ποιότητα της προσευχής (Ματθ. ς:7 – μη βαττολογήσατε). Στην προσευχή αφήνουμε τη μέριμνα (Φιλιπ. δ:6 – μη μεριμνάτε περί μηδενός). Με την προσευχή ανοίγουν δρόμοι για το έργο του Θεού (Κολοσσαείς δ:3 – θύραν του λόγου, Θεσσαλ. Β΄ γ:1 – δια να τρέχη ο λόγος). Στην προσπάθεια αυτή δεν είμαστε μόνοι μας αλλά το Πνεύμα το Άγιο έρχεται και μας διδάσκει πώς να προσευχόμαστε (Ρωμαίους η:26 – δια στεναγμών αλαλήτων). Τελικά, ένας που αμαρτάνει θα σταματήσει να προσεύχεται ενώ ένας που προσεύχεται θα σταματήσει να αμαρτάνει (Ματθαίος κς:41 – δια να μη εισέλθετε εις πειρασμόν).
«Και εξελθών υπήγε κατά την συνήθειαν εις το όρος των Ελαιών· ηκολούθησαν δε αυτόν και οι μαθηταί αυτού.Αφού δε ήλθεν εις τον τόπον, είπε προς αυτούς· Προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.» Λουκ. κβ:39-40
Η προτροπή του Απ. Παύλου στους Εφεσίους είναι να προσεύχονται εν παντί καιρώ. Συνεχώς και σε κάθε περίσταση δηλαδή. Προσευχή ανεξάρτητα από το αν οι συνθήκες, ανεξάρτητα από το αν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Προσευχή που έχει αγρύπνια, επαγρύπνηση δηλαδή, αλλά και ένα πνεύμα προσκαρτέρησης. Μια προσευχή δηλαδή που περιμένει κάτι να γίνει, κάτι να κάνει ο Θεός. Μια προσευχή που δεν είναι απλά μια συνήθεια αλλά μια ζωντανή συνομιλία και εκζήτηση στο Θεό να ενεργήσει. Μια προσευχή επίσης που έχει δέηση υπέρ των αγίων. Υπέρ των άλλων. Δεν είμαι εγώ και οι ανάγκες μου το κέντρο της προσευχής.
«...προσευχόμενοι εν παντί καιρώ μετά πάσης προσευχής και δεήσεως διά του Πνεύματος, και εις αυτό τούτο αγρυπνούντες με πάσαν προσκαρτέρησιν και δέησιν υπέρ πάντων των αγίων...» Εφεσ. ς:18
Λευτέρης Τοπάλογλου




